ΟΜΙΛΙΑ Γ’ Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη Ὁ ἀγώνας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

ΟΜΙΛΙΑ Γ’ Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη Ὁ ἀγώνας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·
                       

Αὐτές τίς ἡμέρες εἰσερχόμεθα στό μεγάλο πνευματικό στάδιο τῆς εὐλογημένης Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι μία περίοδος κατανυκτική, περίοδος γιά μετάνοια, γιά δάκρυα, γιά ἀλλαγή τοῦ ἀνθρώπου, γιά ἕνα καινούριο σταθμό στήν πνευματική ζωή. Ἡ Ἐκκλησία μας σάν στοργική μητέρα φροντίζουσα γιά τά παιδιά της, τούς χριστιανούς, ὥρισε αὐτόν τόν χρόνο τῆς Τεσσαρακοστῆς σάν χρόνο ἰδιαίτερα ἀγωνιστικό, γιά νά τά βοηθήση νά ἁγνισθοῦν περισσότερο, νά καθαρισθοῦν καί νά οἰκειωθοῦν μέ τόν Θεό, γιά νά ἀξιωθοῦν νά ἑορτάσουν τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς λαμπρᾶς  Ἀναστάσεως.
Πάντοτε οἱ χριστιανοί καί ἰδιαίτερα οἱ μοναχοί πρόσεχαν πολύ αὐτό τό πνευματικό στάδιο καί τό θεωροῦσαν πολύ ἱερό, διότι εἶναι μία περίοδος, πού προβλέπει τόσο ψυχικούς ὅσο καί σωματικούς ἀγῶνες. Εἶναι ὁ ἀγώνας τῆς νηστείας, ὁ ἀγώνας τῆς ἀγρυπνίας, ὁ ἀγώνας τῆς καθάρσεως καί ὁ ἀγώνας στά πνευματικά καθήκοντα, πού εἶναι πολύ περισσότερα ἀπό τίς ἄλλες περιόδους τοῦ χρόνου.
Γίνεται μία ἀνασυγκρότησις πνευματική καί ὁ ἄνθρωπος δίνει μία μεγαλύτερη προσοχή στήν φωνή τῆς συνειδήσεως, προκειμένου νά διορθώση ὅ,τι ἴσως ἔχει παραμελήσει καί νά βελτιωθῆ ψυχικά. Ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς βοηθεῖ τόσο μέ τά διάφορα κατανυκτικά τροπάρια καί τίς ἀκολουθίες ὅσο καί μέ κατηχήσεις, γιά νά μᾶς ἀλείψη καί νά μᾶς κάνη ἀγωνιστικούς γιά τήν κάθαρσι τῆς ψυχῆς μας.
Ἔχουμε τίς κατανυκτικές ἑσπερινές Θεῖες Λειτουργίες τῶν Προηγιασμένων Δώρων. Ἡ Προηγιασμένη Λειτουργία εἶναι πολύ ὠφέλιμη. Ἐκεῖνο τό Χερουβικό της εἶναι γεμᾶτο ἀπό πνευματικότητα, ἀπό θεωρία κι ἀπό ἀγγελική παρουσία. Γι’ αὐτό πρέπει ἰδιαίτερα στίς λειτουργίες αὐτές τώρα τήν Μεγάλη Σαρακοστή νά προσερχώμεθα μέ μεγαλύτερη κατάνυξι. Ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας, πόσο πρέπει νά εἴμεθα ἁγνοί καί καθαροί, πόσο πρέπει ψυχοσωματικά νά εἴμεθα ἐντάξει, γιά νά ἐπιδράση ἡ θεϊκή χάρις στήν ψυχή καί στό σῶμα μας!
Διά τοῦτο ἡ ζωή μας πρέπει νά εἶναι πολύ προσεκτική. Τόσο στό κελλί μας ὅσο καί στήν ἐκκλησία πρέπει νά βρέχουμε τό πρόσωπό μας μέ δάκρυα, γιά νά πλύνουμε ἔτσι τήν ψυχή μας, γιά νά γίνη ἄξια νά κοινωνήση. Βέβαια πολλές φορές ὁ διάβολος μᾶς κάνει ἀκατάνυκτους· καί πρῶτον ἐμένα. Κι ἔτσι δέν μποροῦμε νά ἔχουμε δάκρυα καί πολλές φορές μᾶς βάζει κακούς λογισμούς. Τούς κακούς λογισμούς μέ τίς ἀνάλο-γες ἁμαρτωλές εἰκόνες πρέπει ἀμέσως νά τούς διώχνουμε, μόλις ἐμφανίζονται. Κι ὅταν ἔχουμε κακούς λογισμούς ἤ εἶναι ψυχρή ἡ ψυχή μας μέ κάποιον ἀδελφό, νά μή προσέλθουμε στόν Θεό τῆς Ἀγάπης τόν τόσο Ἁγνό καί Ἅγιο.
Διά τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἡ Ἐκκλησία μᾶς λέγει: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς· πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». Μέ αὐτά τά λόγια προσπαθεῖ ἡ Ἐκκλησία μας νά μᾶς δώση νά καταλάβουμε πολύ καλά ὅτι ἐκτός τῶν ἄλλων ἀρετῶν, χρειάζεται προσοχή ἰδιαίτερα στήν τελευταία περίπτωσι τῆς αὐτομεμψίας καί τῆς κατακρίσεως τοῦ ἀδελφοῦ κι ὅτι χωρίς ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό μας, πρός τόν πλησίον μας, δέν πρόκειται νά κάνουμε οὔτε τήν ἐλάχιστη προκοπή πρός τήν πνευματική μας κάθαρσι.
Ἡ κατάκρισις εἶναι πολύ μεγάλο κακό. Ἐάν νηστεύουμε καί δέν προσέχουμε τίς σκέψεις, τά λόγια, τήν καρδιά μας, ἐάν κατακρίνουμε τόν ἀδελφό μας καί δέν καταδικάζουμε τόν ἑαυτό μας, δέν μᾶς ὠφελεῖ ἡ νηστεία. «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄Ἰωαν. δ΄, 16).  Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον εἶναι οἱ δύο μεγάλες ἀρετές, ὅπου στηρίζεται ὅλο τό πνευματικό οἰκοδόμημα. Ἐάν λοιπόν λείψουν αὐτές οἱ δύο μεγάλες ἀρετές, ὅλες οἱ ἄλλες δέν ἔχουν καμμιά ὑπόστασι. Τί λέγει ὁ σοφός Σολομών; «Κρεῖσσον πεσεῖν ἐξ ὕψους ἤ πεσεῖν ἐκ γλώσσης». Καλύτερα νά πέσης ἀπό ἕνα ὕψος καί νά χτυπήσης καί νά σακατευτῆς, παρά νά γκρεμιστῆς ἀπό τήν γλῶσσα σου.
Ἡ γλῶσσα εἶναι ἕνα ἐργαλεῖο, πού μᾶς ἐδόθη ἀπό τόν Θεό, γιά νά Τόν εὐλογοῦμε, νά Τόν δοξολογοῦμε, νά Τόν εὐχαριστοῦμε. Μπορῶ νά πῶ ὅτι ἡ κορυφή τῶν ἐγκλημάτων ἀπό τήν γλῶσσα ξεκινάει. Ἔρχεται ὁ κα-κός δαίμονας καί τήν μεταστρέφει εἰς ὕβριν τοῦ Θεοῦ καί εἰς χλευασμόν. Παρασύρει τόν ταλαίπωρο ἄνθρωπο νά διαπράττη τό μεγαλύτερο ἔγκλημα στόν κόσμο· κι αὐτό εἶναι νά ὑβρίζη τόν Θεό. Πολλοί ἄνθρωποι πα-ρασυρμένοι ἀπ’ αὐτό τό πνεῦμα τῆς βλασφημίας τοῦ διαβόλου ἐκτοξεύουν πολύ βρώμικες λέξεις ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, λησμονοῦντες ὅτι ὁ Χριστός γιά μᾶς σταυρώθηκε, ἔχυσε τό Πανάγιον Αἷμα Του, ἅπλωσε τά ἄχραντα χέρια Του ἐπάνω στόν Σταυρό καί τά καθήλωσε ἐκεῖ ματωμένα καί πληγωμένα, γιά νά θεραπεύση αὐτήν τήν γλῶσσα.
Ἕνα ἄλλο θέμα, στό ὁποῖον πρέπει νά βιάζουμε τόν ἑαυτό μας ὅσο γίνεται περισσότερο, εἶναι στήν προσευχή. Νά προσευχώμεθα μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ χωρίς νά ἀμελοῦμε καί χωρίς νά χάνουμε χρόνο. Στήν κατ’ ἰδίαν ἀγρυπνία στό κελλί μας νά ἔχουμε βία, νά μήν ἀφήνουμε τόν ὕπνο νά μᾶς καταλαμβάνη ἤ ἐπίσης τήν ἀμέλεια καί τήν ραθυμία, ἀλλά νά δίνουμε τόν ἑαυτό μας μέ προθυμία στά πνευματικά. Μόλις ξυπνοῦμε, ἡ εὐχή νά παίρνη τήν πρώτη θέσι καί ἐν συνεχείᾳ ὁ κανόνας, τά κομποσχοίνια μας, ἡ μελέτη καί ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ. Στήν ἐκκλησία νά πηγαίνουμε μέ πολλή προθυμία κι ἔτσι νά διανύσουμε τό στάδιο αὐτό μέ ὅσο γίνεται μεγαλύτερη ἀπόδοσι.
Ἐπίσης ἡ νηστεία μαζί μέ τόν σωματικό κόπο βοηθεῖ στήν συγχώρησι τῶν ἁμαρτημάτων καί στήν κά-θαρσι. «Ἴδε τήν ταπείνωσίν μου καί τόν κόπον μου καί ἄφες πάσας τάς ἁμαρτίας μου» (Ψαλμ. ΚΔ΄, 18). (Δές τόν κόπο μου, Θεέ μου, καί τήν ταπείνωσί μου, γιατί δέν μπορῶ νά κάνω τίποτα χωρίς Ἐσένα καί συγχώρησέ μου τά ὅσα σοῦ ἔχω κάνει). Ὅταν κοπιάζουμε μέ τήν νηστεία, μέ τίς γονυκλισίες, μέ τίς προσευχές, μέ τόν κόπο τῆς καρδιᾶς καί τοῦ νοός, αὐτός ὁ κατά Θεόν κόπος εἶναι ἅγιος καί ἔχει πολύ μισθό ἀπό τόν Θεό, γιατί ἀξιωνόμεθα στεφάνου καί δόξης καί τιμῆς. Τά δαιμόνια φοβοῦνται πολύ τήν νηστεία, διότι ἡ νηστεία εἶναι ὁ καθαιρέτης αὐτῶν. «Τό γένος τοῦτο (δηλαδή τό γένος τῶν δαιμόνων) οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ», εἶπε ὁ Κύριος (Ματθ. ιζ΄21).
Γι’ αὐτό οἱ ἅγιοι πατέρες, κάθε ἔργο κατά Θεόν τό ξεκινοῦσαν πάντα μέ νηστεία. Πίστευαν ὅτι ἡ νηστεία εἶναι πολύ ἰσχυρή καί ἔλεγαν ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον δέν ἐπισκιάζει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐμπεπλησμένος τροφῆς καί τό στομάχι του γεμᾶτο. Ἀλλά καί κάθε χριστιανός, πού ἐπιθυμεῖ τήν κάθαρσι, πρέπει νά ξεκινήση ἀπό τό θεμέλιο, τό ὁποῖον εἶναι ἡ νηστεία, ἡ προσευχή καί ἡ νῆψις. Ὅταν σμίξουν νηστεία, προσευχή καί νῆψις, τότε ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται εἰς μέτρον μέγα.
Παλαιότερα οἱ πατέρες εἶχαν μία ἁγία συνήθεια. Παραμονές τῆς Σαρακοστῆς ἔφευγαν ἀπό τά μοναστήρια καί προχωροῦσαν στήν βαθύτερη ἔρημο, ὅπου ζοῦσαν μέ πολλή ἄσκησι μέχρι τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ὁπότε ἐπέστρεφαν, γιά νά γιορτάσουν ὅλοι μαζί τήν Κυριακή τῶν Βαΐων. Ἄλλοι ἔπαιρναν μαζί τους ὡρισμένες βασικές τροφές καί ἄλλοι ἔτρωγαν μόνο χόρτα, γιά νά ἀγωνισθοῦν περισσότερο μέσα στήν ἔρημο. Ἐν συνεχείᾳ τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα τήν περνοῦσαν ὅλες τίς ἡμέρες μέσα στήν ἐκκλησία, διαιτώμενοι καθημερινά μέ ἕνα κομματάκι παξιμάδι καί λίγους ξηρούς καρπούς. Εἴχαμε τήν εὐλογία καί τήν χάρι νά γνωρίσουμε ἀνθρώπους ἀσκητικούς, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά καί ὅλον τόν χρόνο βρισκόντουσαν σέ νηστεία καί ἄσκησι.
Ὁ μακαριστός μου Γέροντας, ὁ Γέρων Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης  ἐπειδή ζοῦσε μέσα σέ σπηλιές, ὅπου καί τόν συνάντησα κι ἐγώ  τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἔκανε αὐστηροτάτη νηστεία. Βέβαια τήν ἐπέβαλε καί σ’ἐμᾶς. Ἀπό τήν Δευτέρα μέχρι τήν Παρασκευή, τίς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος δέν ὑπῆρχε φαγητό, παρά μόνον 25 δράμια ἀλεύρι, πού τό κάναμε κουρκούτι μέ νερό σκέτο. Αὐτό ἦταν. Ἕνα πιατάκι ὅλο τό εἰκοσιτετράωρο. Καί συγχρόνως ἐργασία τήν ἡμέρα μέ τά φορτία στήν πλάτη καί ὅλη τήν νύχτα, πλῆθος, ἑκατοντάδες μετάνοιες καί ὧρες προσευχῆς. Κι ὅλα αὐτά μέ σκοπό νά ἁγνισθῆ ὁ ἔσω ἄνθρωπος, νά γίνη πιό καθαρός, πιό τίμιος στά μάτια τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποκτήση παρρησία στόν Θεό καί νά προσεύχεται γιά ὅλον τόν κόσμο. Γιατί ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη ἀπό τίς προσευχές τῶν ἁγίων καί ἰδιαίτερα τῶν ἀσκητῶν. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος μέ τίς προσευχές του ἐστήριζε ὅλη τήν οἰκουμένη.
Βέβαια τόν ἀγῶνα τῆς νηστείας πρέπει νά τόν κάνουμε κατά δύναμιν, μέ διάκρισι, διότι δέν εἴμεθα ὅλοι τό ἴδιο. «Τό καλόν, ἐάν μή καλῶς γένηται, οὐκ ἔστι καλόν». Δηλαδή τό καλό, ἐάν δέν γίνη καλῶς, στόν τρόπο, στήν μέθοδο, στόν χρόνο, στήν ποσότητα, χωρίς διάκρισι, δέν θά φέρη καλό, θά φέρη κακό. Ἡ νηστεία εἶναι μέν ἀναγκαιοτάτη, εἶναι καλό, ἀλλά εἶναι μέσον· δέν εἶναι ὁ σκοπός. Τά μέσα ἔχουν σκοπό καί ὁ σκοπός εἶναι ἡ ταπείνωσις. Γι’ αὐτό πρέπει νά ρυθμίζουμε τά πάντα μας σύμφωνα μέ τήν διάκρισι τοῦ πνευματικοῦ, τοῦ φωτισμένου διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ πνευματικός θά σοῦ πῆ πόσο θά νηστέψης, πότε θά κοινωνήσης, πῶς θά χτυπήσης τόν ἐχθρό, τί πρέπει νά κάνης ἐδῶ, τί ἐκεῖ· κι ἔτσι μέ τήν διάκρισι τοῦ πνευματικοῦ ρυθμίζεις τόν ἑαυτό σου. Νά μή κάνουμε κάτι πέραν τοῦ δέοντος· χρειάζεται μέτρο σέ ὅλα, διότι ἡ ἀμετρία ἀκυρώνει τήν ὠφέλεια. Λοιπόν ἡ νηστεία εἶναι ἁγία, ἀλλά εἶναι μέσον. Θά τήν ρυθμίσουμε βάσει τῆς ὁδηγίας τοῦ πνευματικοῦ καί τῶν ψυχοσωματικῶν δυνάμεών μας. Ἀρκεῖ νά ὑπάρχη ἡ προαίρεσις. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι ὑπάρχει τόση διαφορά στήν ἀντοχή τῶν σωμάτων τῶν ἀνθρώπων, ὅση τοῦ σιδήρου ἀπό τόν χόρτο.
Ἡ Ἁγία Συγκλητική ἀρρώστησε στά τελευταῖα της ἀπό φυματίωσι λάρυγγος. Εἶχε σαπίσει μέσα ὁ λάρυγγάς της, ὁ εὐλογημένος, πού πάντα λαλοῦσε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τό στόμα της εἶχε σώσει ψυχές ἀναρίθμητες. Ὁ διάβολος ζήτησε τήν ἄδεια νά τήν δοκιμάση κι ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά τήν πλήξη μέ τήν φυματίωσι. Ἀπό τήν σαπίλα εἶχε φθάσει σέ τέτοιο σημεῖο δυσωδίας, ὥστε δυσκολευόντουσαν ἀκόμη καί  οἱ μοναχές της νά τήν ἐξυπηρετοῦν. Μεταχειριζόντουσαν δυνατά ἀρώματα, γιά νά τῆς προσφέρουν λίγα λεπτά ἀνακουφίσεως στήν ἀσθένειά της. Αὐτό τό στόμα, πού ὅταν ἦταν ὑγιές, λαλοῦσε καί ὠφελοῦσε, κατόπιν ὅταν ἀρρώστησε, ἐκήρυττε δυνατώτερα. Τί ἔλεγε ἕνα στόμα σιωπηλό καί σαπισμένο; Ἐκήρυττε ἄφωνα τήν μεγάλη ὑπομονή καί τήν καρτερία στήν δοκιμασία τοῦ Θεοῦ. Ἔκανε τιτάνιο ἀγῶνα, γιά νά ἀντιμετωπίση τόν διάβολο τῆς ἀνυπομονησίας, τοῦ γογγυσμοῦ, τοῦ κόπου καί τοῦ μόχθου τῆς ἀσθενείας. Τί τῆς χρειαζόταν τότε ἡ νηστεία;
   Γι’ αὐτό λογίζεται ἀκούσια ἄσκησις ἡ ἀσθένεια.  Ἄλλος ἔχει καρκῖνο, ἄλλος ἔχει ζάχαρο, ἄλλος ἔχει πολλά ἄλλα προβλήματα ὑγείας, πού τόν ταλαιπωροῦν. Πῶς αὐτοί οἱ ἄνθρωποι θά ἁγνισθοῦν; Πῶς θά δοῦν τό φῶς τοῦ Θεοῦ; Θά τό δοῦν μέ τήν ὑπομονή καί τήν εὐχαριστία στόν Θεό. Ἡ ὑπομονή καί ἡ εὐχαριστία ἀναπληρώνουν τήν νηστεία, πού δέν μποροῦν νά κάνουν λόγῳ τῆς ἀσθενείας καί ἀγωνίζονται δέκα φορές περισσότερο, παρά ἄν νήστευαν.
Τήν περίοδο αὐτή πρέπει ἰδιαίτερα νά ἀγωνισθοῦμε νά ἁγνίσουμε τόν ἑαυτό μας. Ἀπό τήν ἀσκητική παράδοσι ἔχουμε τούς ἀσκητάς, πού ὅλη τους τήν ζωή τήν πέρασαν στήν ἔρημο, στούς κόπους, στούς μόχθους, μέ νηστεῖες, μέ δάκρυα, μέ χαμαικοιτία καί μέ κάθε ἄλλη ἀπολαυστική στέρησι. Καί ὅλος αὐτός ὁ κόπος μαζί μέ τόν ἀγῶνα τῆς ψυχῆς πρός τούς ποικίλους λογισμούς ἐπάνω στήν ἐπανάστασι τῶν ἐπιθυμιῶν, γέννησαν τόν ἁγιασμό. Ἔτσι καί κάθε χριστιανός, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μοναχός, ἀλλά θέλει νά ζήση τήν κάθαρσι, ἔχει τό δικαίωμα νά κοπιάση καί νά μήν ὑστερηθῆ τόν μισθό τοῦ κόπου του.
Ἡ ἁγνότητα ἔχει μεγάλη παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, διότι καί ὁ Θεός ἁγνός εἶναι καί ἡ Παναγία μας ἁγνοτάτη ὑπῆρξε καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἐν παρθενίᾳ διετηρήθη καί τόσοι ἄλλοι ἅγιοι. Ὅλη ἡ ὀμορφιά τῆς Ἐκκλησίας στήν ἁγνότητα καί στήν καθα-ρότητα στηρίζεται. Ὅταν ἡ καρδιά μας εἶναι καθαρή καί ὄμορφη, εὐωδία κι ὀμορφιά θά σκορπίση. Ἀντίθετα ὁ ἄνθρωπος, πού ἔχει βρωμιά στήν καρδιά του, θά τήν βγάλη πρός τά ἔξω. Ἄς ἀγωνισθοῦμε νά καθαρίσουμε τό ἐσωτερικό τοῦ ποτηρίου μας, τήν καρδιά μας, γιά νά εἴμαστε στά μάτια τοῦ Θεοῦ καθαροί κι εὐάρεστοι.
Ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία ἔχουμε παραδείγματα πολλῶν ἀνθρώπων στόν κόσμο, πού εὐαρέστησαν στόν Θεό κι ἔγιναν μεγάλοι.
Ὁ Ἀββᾶς Παφνούτιος, ἀσκητής μέ μεγάλα χαρίσματα, κάποτε προσευχήθηκε στόν Θεό καί εἶπε:
- Θεέ μου, μέ ποιόν μέ ἔχεις κατατάξει; Μέ ποιόν εἶμαι ἴσος, μέ ἴδιο μέτρο στήν ἀρετή;
Κι ἀκούει φωνή πού τοῦ λέει:
-Κάτω στήν Ἀλεξάνδρεια ὑπάρχει ἕνας φτωχός ἄνθρωπος, ἕνας τσαγκάρης μέσα σ’ ἕνα ὑπόγειο. Μ’ αὐτόν εἶσαι στό ἴδιο μέτρο ἀρετῆς.
-Ἐγώ ἀσκητής, ἀπό παιδί στήν ἔρημο, εἶμαι ἴσος μ’ ἕνα λαϊκό ἄνθρωπο, μ’ ἕνα παντρεμένο;
-Ναί, μ’ αὐτόν εἶσαι ἴσος.
    Τήν ἄλλη μέρα ὁ ἅγιος παίρνει τό ραβδάκι του, τό τορβαδάκι του, βάζει λίγο παξιμάδι καί τραβάει γιά τήν Ἀλεξάνδρεια. Κατεβαίνει στήν πόλη, πάει καί βρίσκει τόν κοσμικό καί τοῦ λέγει:
-Χριστιανέ μου, τί κάνεις ἐδῶ;
-Τί νά κάνω, Πάτερ, ἁμαρτωλός ἄνθρωπος εἶμαι. Εἶμαι ὁ χειρότερος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου.
-Μποροῦμε νά μιλήσουμε;
-Μποροῦμε.
-Ποιά εἶναι ἡ ἀρετή σου, πού ἐργάζεσαι;
-Ἐγώ ἀρετή; Μέ βλέπεις πῶς εἶμαι. Μέσα στόν κόσμο ζῶ καί συμφύρομαι. Ἐσεῖς, μάλιστα· ἔχετε ἀρετές.
-Ὄχι, κάτι κάνεις ἐσύ.
-Δέν κάνω τίποτα.
-Ἐμένα μοῦ τό ἔδειξε ὁ Θεός καί δέν μπορεῖς νά μοῦ πῆς ψέμματα. Προσευχήθηκα καί μοῦ εἶπε ὅτι εἴμαστε στό ἴδιο μέτρο τῆς ἀρετῆς. Δέν μπορεῖ νά εἶσαι τυχαῖος.
-Μέ συγχωρεῖτε, Πάτερ· ἐάν τοῦτο πού γίνεται, θεωρεῖται ὅτι εἶναι κάτι, θά σοῦ τό πῶ. Ἐγώ παντρεύθηκα· κι ἀπό τήν στιγμή πού ἔβαλα τό στεφάνι, εἶπα στήν γυναῖκα μου: «Ἄν μ’ ἀγαπᾶς, νά ζήσουμε ἐν παρθενίᾳ, νά ζήσουμε σάν ἀδέλφια, γιά νά ἀγωνισθοῦμε γιά τόν ἁγιασμό τῆς ψυχῆς μας». «Στἐργεις;» «Στέργω». Καί ἔκτοτε ζοῦμε ἐν ἁγνότητι καί παρθενίᾳ.
Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ἐνῷ ζοῦσε στήν ἔρημο μέ ἀσκητικότητα καί μέ ἐγκράτεια στίς αἰσθήσεις, προσπαθοῦσε νά ἁγνίση τόν ἑαυτό του βοηθούμενος πάρα πολύ κι ἀπό τίς συνθῆκες τῆς ζωῆς. Ὁ ἄλλος μετά γυναικός ζοῦσε ἐν παρθενίᾳ μέσα στόν κόσμο, μέ ὅλες τίς προκλήσεις τοῦ κόσμου, καί βοηθείᾳ τοῦ Θεοῦ εἶχε φθάσει σέ μέτρα ἁγιότητος. Καί ὁ ἀγώνας του ἦταν μεγαλύτερος ἀπό τόν ἀγῶνα τοῦ ἀσκητοῦ. Ἀπόδειξις ὅτι ἐνώπιον Θεοῦ ἦταν μεγάλος.
Στή συνέχεια συνέβη τό ἑξῆς μ’ αὐτόν τόν τσαγκάρη. Κάποια μέρα ἕνας χριστιανός πῆγε στόν Ὅσιο Παφνούτιο καί τοῦ λέγει:
-Πάτερ, ἐγώ μέ κάποιον παπᾶ μάλωσα καί δέν ξέρω, ἄν μέ καταράσθηκε ἤ εἶπε κακό λόγο, ἀλλά ἤδη αὐτός κοιμήθηκε καί δέν συγχωρηθήκαμε. Τώρα τί  γίνεται;
-Ἐγώ δέν μπορῶ νά σέ βοηθήσω σ’ αὐτήν τήν περίπτωσι, ἀλλά ὑπάρχει κάποιος ἄνθρωπος ἅγιος, πού θά σέ στείλω κι αὐτός θά σέ βοηθήση.
-Ποιός εἶναι αὐτός;
-Πήγαινε κάτω στήν Ἀλεξάνδρεια· στό τάδε μέρος, σ’ ἕνα ὑπόγειο ὑπάρχει ἕνας τσαγκάρης. Πές του ὅτι σ’ ἔστειλα ἐγώ· ἀνάφερε τήν ὑπόθεσί σου κι αὐτός θά σέ βοηθήση.
Κι ὁ χριστιανός εἶπε μέσα του: «Κύριε, ἐλέησον· ἕνας ἀσκητής δέν μπορεῖ καί μπορεῖ ἕνας λαϊκός;» Ἀλλά γιά τήν ὑπακοή, πῆγε τόν βρῆκε καί τοῦ εἶπε τήν ὑπόθεσι. Τοῦ λέγει ὁ τσαγκάρης:
-Γιά περίμενε ἐδῶ μέχρι νά νυχτώση.
Περίμενε, νύχτωσε καί τόν παίρνει μαζί του καί πᾶνε ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία τῆς πόλεως. Τοῦ λέγει:
-Περίμενε ἐδῶ.
Πηγαίνει ὁ τσαγκάρης μπροστά στήν μεγάλη πόρτα τῆς ἐκκλησίας, τήν σταυρώνει αὐτός ὁ ἅγιος κι ἁγνός χριστιανός, κι ἀνοίγει μόνη της. Μέσα ἡ ἐκκλησία ἦταν φωτοστόλιστη κι ἀκουγόντουσαν ψαλμωδίες οὐράνιες. Μπαίνει μέσα καί κοιτάζει καί βγαίνει ἔξω. Λέγει στόν ἄνθρωπο:
-Γιά πήγαινε μέσα καί κοίταξε δεξιά-ἀριστερά στούς χορούς· θά δῆς τόν ἱερέα ἐκεῖ;
Πηγαίνει μέσα βλέπει καί βγαίνει λέγοντας:
-Ναί, εἶναι στόν ἀριστερό χορό καί ψάλλει.
-Ἔλα μαζί μου.
Μπαίνουν μέσα καί πάει ὁ ἅγιος χριστιανός μπροστά καί λέγει στόν ἱερέα:
-Πάτερ, συγχώρησε τόν δοῦλο τοῦ Θεοῦ.....γιατί ἔσφαλε σάν ἄνθρωπος. Ἐσύ σάν ἅγιος ἄνθρωπος δός του τήν συγγνώμη.
-Συγχωρημένος καί λελυμένος νά εἶσαι!
Τόν παίρνει καί βγαίνουν ἔξω καί τοῦ λέει:
-Μηδαμῶς νά ἀναφέρης σέ κανέναν αὐτό, πού εἶδες. Πήγαινε στό καλό, ἀδελφέ μου, καί σώζου.
Βλέπετε, παιδιά μου, τί κάνει ὁ κόπος ὁ ἀσκητικός; Τί κάνει ὁ ἀγώνας τῆς ψυχῆς; Τί ἔκανε αὐτός ὁ κοσμικός γιά νά ἁγνίση τήν ψυχή του; Μέ τό ὅτι εἶπε στήν κοπέλλα, πού παντρεύτηκε, νά ζήσουνε σάν ἀδέλφια, τελείωσε τό θέμα ἐκεῖ; Ὄχι· καί νήστευαν καί ἀγρυπνοῦσαν μαζί καί ἔκαναν μετάνοιες καί διάβαζαν τό Εὐαγγέλιο καί διάβαζαν πατερικά βιβλία καί πήγαιναν στήν ἐκκλησία καί ἐξομολογοῦντο καί μετελάμβαναν καί ἔδιωχναν τίς κακές σκέψεις καί ἀγωνιζόντουσαν μεταξύ τους μέ κάθε προσοχή. Κι ἔτσι ἔφτασαν στήν ἁγιότητα μέσα στόν κόσμο.
Ἄρα κι ἐδῶ ἀποδεικνύεται ὅτι καί μέσα στόν κόσμο, ὅταν ὁ χριστιανός ἀναλάβη προαιρετικόν ἀγῶνα, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δέν ἐξαιρεῖ κανέναν. Ἀλλά προφάσεις προφασιζόμενοι, λέμε ὅτι εἴμεθα στόν κόσμο καί δέν μποροῦμε. Μᾶς νικάει ἡ ἐπιθυμία. Τί χρειαζόμεθα; Τόν ἀγῶνα αὐτόν ὄχι μόνο τόν σωματικό, ἀλλά καί τόν ψυχικό. Δηλαδή τίς σκέψεις νά κυβερνήσουμε. Ἔρχονται οἱ σκέψεις, οἱ φαντασίες τῆς ἁμαρτίας, οἱ εἰκόνες, τά πρόσωπα, τά εἴδωλα καί οἱ σκηνές. Νά τά καταδιώκουμε ἀμέσως μέ τό· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὅταν προσέχη ὁ νοῦς νά μή τά δέχεται ὅλα αὐτά καί ἔχη τό θεῖο ὅπλο, τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τότε σκοτώνεται κάθε ἐνάντιος ἐχθρός τῆς ψυχῆς μας, πού λέγεται διάβολος, πού λέγεται αἰσχρή φαντασία, πού λέγεται αἰσχρός λογισμός. Τότε, ὅταν ἔτσι φυλάγουμε τήν ψυχή μας, τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας, τό ἐσωτερικό μας θά διατηρηθῆ καθαρό κι ἁγνό.
Ἄς ἀγωνισθοῦμε, παιδιά μου, τώρα περισσότερο καί ἡ ὠφέλεια θά εἶναι πολύ μεγάλη. Κανείς δέν βρίσκει Χάρι, ἐάν δέν κοπιάση. Κι ὁ γεωργός, ἐάν δέν γεωργίση τό χωράφι του, καρπό δέν θά δῆ. Ὅταν ἡ νηστεία μας συμπορεύεται, ἐνισχύεται, πλαισιώνεται μέ προσευχή, μέ μελέτη, μέ νῆψι, μέ ἐκκλησιασμό, μέ ἐξομολόγησι, μέ θεία μετάληψι, μέ καλά ἔργα καί δή ἐλεημοσύνη, τότε ὁλοκληρώνεται ἡ ὀμορφιά τῆς προετοιμασίας τῆς ψυχῆς γιά τήν ὑποδοχή τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Τότε θά νοιώσουμε τά Ἅγια καί Σεπτά Πάθη τοῦ Χριστοῦ ἐντονώτερα, διότι ἡ καρδιά μας θά μαλακώση, θά ἀλλοιωθῆ καί θά γνωρίση πόσο ἄπειρη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Τότε θά ζήσουμε μέσα μας πολύ δυνατά τήν Ἁγία Ἀνάστασι, θά τήν πανηγυρίσουμε θεοπρεπέστατα καί θά συνεορτάσουμε μαζί μέ τούς ἀγγέλους τό Ἅγιον Πάσχα. Ἀμήν.

      (Ὁμιλία σέ Ἱερά Μονή)



ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΕΦΡΑΙΜ  ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ  ΙΕΡΑΣ  ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ  Ο Μ Ι Λ Ι Α Ι  ΤΟΜΟΣ  Β΄
ΕΚΔΟΣΙΣ: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΑΓΙΟΝ  ΟΡΟΣ











Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού