Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής 9o - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής 9o

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·
                                    

86. Μίαν ἑσπέραν ἀσπαζόμενος τὴν Εἰκόνα της ἐκουράσθην. Καὶ καθίσας εἰς τὸ στασίδι ὕπνωσα μικρόν. Καὶ ἦλθεν ἐν σώματι - ὄχι εἰκόνα – καὶ μὲ κατεφίλει· καὶ ἐπλήσθην ἀρρήτου χαρᾶς καὶ εὐωδίας. Τὸ δὲ οὐράνιον ἐκεῖνο Βρέφος μὲ ἐθώπευε εἰς ὅλον τὸ πρόσωπον – φιλώντας ἐγὼ τὸ παχουλόν του χεράκι - ὅπως νὰ εἶναι ζωντανόν. Καὶ δὲν νομίζεις πὼς εἶναι ὕπνος, ἀλλ᾿ ὡσὰν μίας ἄλλης ζωῆς αἴσθησις, ἄγνωστος καὶ ἄγευστος εἰς τοὺς μὴ εἰδότας τοιαῦτα.
87. Ἡ χάρις τῆς μετανοίας, ὅπου ἐνεργεῖται εἰς αὐτοὺς ὅπου ἀγωνίζονται, εἶναι κληρονομία πατροπαράδοτος. Εἶναι συνάλλαγμα καὶ ἀντάλλαγμα θεῖον, ὅπου δίδομεν γῆν καὶ λαμβάνομεν οὐρανόν. Ἀνταλλάσσομεν ὕλην λαμβάνοντες Πνεῦμα. Ὁ κάθε ἱδρώτας ὁ κάθε πόνος, ἡ κάθε ἄσκησις διὰ τὸν Θεὸν μᾶς εἶναι ἀλλαγὴ συναλλάγματος. Ἀφαίρεσις αἵματος, εἰσροὴ Πνεύματος.
88. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔκαμαν πολλὰ ἐγκώμια εἰς τὴν Παναγίαν μας. Μὰ ἐγὼ ὁ πτωχὸς δὲν ηὖρα πιὸ ὡραῖον ἐγκώμιον νὰ τὴν ὀνομάσω καὶ πλέον γλυκύτερον, ὡς τὸ νὰ τὴν φωνάζω εἰς κάθε στιγμήν·
Μάννα μου! Γλυκειά μου Μαννούλα! εἰς χεῖράς σου ἡ ψυχή μου ἐξερχομένη νὰ ἔλθῃ καὶ δι᾿ αὐτῶν νὰ δοθῇ εἰς τὸν Πλάστην της, τὸν Μονογενῆ Σου Υἱόν.
89. Ὅθεν, τεκνία τοῦ ἐπουρανίου Πατρὸς καὶ τῆς Αὐτοῦ Βασιλείας κληρονόμοι, δράμετε, σπεύσατε, κλαύσατε, χαρῆτε, σταλάξατε δάκρυα ἀγάπης. Βυθίσατε τὸν νοῦν σας εἰς τὸν βυθίσαντα τὸ σῶμα Αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν διὰ νὰ σώσῃ ἡμᾶς. Ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς ἐκατέβη διὰ νὰ ἀναβῶμεν ἡμεῖς. Ἀπέθανε καὶ Ἀνέστη διὰ νὰ ἀναστήσῃ ἡμᾶς. Χαρῆτε, σκιρτήσατε, ὅτι ἠξιώθημεν νὰ γίνωμεν τέκνα του, νὰ ἀπολαμβάνωμεν τὰ αἰώνια ἀγαθά του, καὶ ἐκ τῶν ὧδε νὰ συγχαίρωμεν εἰς τὴν ἄπειρόν του ἀγάπην.
90. Μέλλω γὰρ δι᾿ ἀγάπην σας καὶ ὠφέλειαν τῆς ψυχῆς σας σκιαγραφῆσαι τὸν βίον μου, ἵνα ἰδῆτε καὶ λάβετε δύναμιν καὶ ὑπομονήν· ὅτι χωρὶς τῆς ὑπομονῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ κερδίσῃ ὁ ἄνθρωπος.
91. Λοιπὸν ἐν ἄκροις λόγοις συντόμως σᾶς λέγω:
Ἐν κόσμῳ ἤμην καὶ ἐν κρυπτῷ δριμεῖς καὶ αἱμάτων πλήρεις ἀγῶνας ἐποίουν. Ἐνάτην καὶ κατὰ δύο ἡμέρας ἅπαξ ἐσθίων. Τὰ βουνὰ τῆς Πεντέλης καὶ σπήλαια ἔγνωσάν με ὡς νυκτικόρακα πεινῶντα καὶ κλαίοντα, ζητοῦντα σωθῆναι. Δοκιμάζων, ἐὰν δύναμαι νὰ ὑποφέρω τοὺς πόνους, νὰ φύγω διὰ μοναχὸς εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Καί, ἀφοῦ καλῶς ἐγυμνάσθην ὀλίγα ἔτη, παρεκάλουν τὸν Κύριον νὰ μὲ συγχωρῇ, ὅτι ἤσθιον κατὰ δύο ἡμέρας, καὶ ἔλεγον ὅτι, ὅταν ἔλθω εἰς Ἅγιον Ὄρος, θὰ ἐσθίω ἀνὰ ὀκτώ, καθὼς γράφουν οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων.
92. Λοιπὸν ἀφοῦ ἦλθα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἰλιγγιῶ νὰ σᾶς εἰπῶ τὰ δάκρυα καὶ τῆς ψυχῆς μου τὸν πόνον, τὰς φωνάς, ὅπου ραγίζουν τὰ ὄρη· ἡμέραν καὶ νύκτα κλαίων, διατὶ δὲν εὑρῆκα καθὼς διαλαμβάνουν οἱ Ἅγιοι τὸ Ἅγιον Ὄρος.
93. Τὰ σπήλαια ὁλοκλήρου τοῦ Ἄθωνος μὲ ὑπεδέχοντο ἐπισκέπτην· βῆμα πρὸς βῆμα, ὡσὰν τὰς ἐλάφους ὅπου ζητοῦν νοτίδα ὑδάτων νὰ δροσίσουν τὴν δίψαν τους, ἐζήτουν νὰ εὕρω πνευματικὸν νὰ μὲ διδάξῃ οὐράνιον θεωρίαν καὶ πρᾶξιν.
94. Ἐπιτέλους, κατόπιν δύο ἐτῶν πολυμόχθου ἐρεύνης καὶ κολυμβήθρας δακρύων, ἀπεφάσισα νὰ καθίσω εἰς ἕνα ἁπλοῦν, ἀγαθόν, καὶ ἄκακον Γεροντάκι μαζὶ μὲ ἕνα ἕτερον ἀδελφόν. Μοὶ ἔδωκε λοιπὸν τὴν εὐλογίαν ὁ Γέροντας ὅσον δύναμαι νὰ ἀγωνισθῶ καὶ εἰς ὅποιον πνευματικὸν ἀναπαύομαι νὰ κάμω ἐξομολόγησιν.
Ἔκαμα λοιπὸν τελείαν ὑπακοήν.
95. Εἶχον συνήθειαν· κάθε ἀπόγευμα δύο-τρεῖς ὧρες μέσα εἰς τὴν ἔρημον - ὅπου εἶναι μόνον θηρία – ἐκαθήμην καὶ ἀπαρηγόρητα ἔκλαιγα, ὥσπου ἐγένετο λάσπη τὸ χῶμα ἀπὸ τὰ δάκρυα· καὶ μὲ τὸ στόμα ἔλεγα τὴν εὐχήν. Δὲν ἐγνώριζα μὲ τὸν νοῦν νὰ τὴν λέγω, ἀλλὰ παρεκάλουν τὴν Παναγίαν μας καὶ τὸν Κύριον νὰ μὲ δώσουν τὴν χάριν νὰ λέγω νοερῶς τὴν εὐχήν.
96. Καὶ μίαν ἡμέραν μὲ ἔτυχαν πολλοὶ πειρασμοί. Καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐφώναζα μὲ μεγαλύτερον πόνον. Καὶ πλέον τὸ βράδυ, δύοντος τοῦ ἡλίου, κατέπαυσα· νηστικός, παϊλτισμένος ἀπὸ τὰ δάκρυα. Ἐκοίταζα τὴν ἐκκλησίαν, τὴν Μεταμόρφωσιν εἰς τὴν κορυφήν, καὶ παρεκάλουν τὸν Κύριον μαραμένος καὶ πληγωμένος.
97. Καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖθεν μοῦ ἐφάνῃ ὅτι ἦλθε μία βιαία πνοή. Καὶ ἐγέμισεν ἡ ψυχή μου ἄρρητον εὐωδίαν. Καὶ εὐθὺς ἤρχισεν ἡ καρδία μου ὡσὰν ὡρολόγι νὰ λέγῃ νοερῶς τὴν εὐχήν. Ἠγέρθην λοιπὸν πλήρης χάριτος καὶ ἀπείρου χαρᾶς καὶ ἐμβῆκα στὸ σπήλαιον. Καὶ κύψας τὴν σιαγόνα μου εἰς τὸ στῆθος ἤρχισα νὰ λέγω νοερῶς τὴν εὐχήν.
98. Καὶ μόλις εἶπον ὀλίγας φορὰς τὴν εὐχήν, εὐθὺς ἡρπάγην εἰς θεωρίαν. Καὶ ἐνῶ ἥμην μέσα στὸ σπήλαιον – καὶ φραγμένη ἡ θύρα του – εὑρέθην ἔξω στὸν οὐρανόν, εἰς ἕνα θαυμάσιον μέρος ἐν ἄκρᾳ εἰρήνῃ καὶ γαλήνῃ ψυχῆς. Τελειωμένη ἀνάπαυσις. Τοῦτο μόνον διενοούμην· - Θεέ μου, ἂς μὴν γυρίσω πλέον εἰς τὸν κόσμον, εἰς τὴν πληγωμένην ζωήν, ἀλλὰ ἂς μείνω ἐδῶ. Κατόπιν, ἀφοῦ μὲ ἀνέπαυσεν ὅσον ὁ Κύριος ἤθελε, τότε ἦλθα πάλιν στὸν ἑαυτόν μου καὶ εὑρέθην μέσα στὸ σπήλαιον.
Ἔκτοτε δὲν ἔπαυσε μέσα μου νὰ λέγεται νοερῶς ἡ εὐχή.




Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού