Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής 10o - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής 10o

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·
                                   

99. Μίαν νύκτα λοιπόν, ὅπως ηὐχόμην, ἦλθον πάλιν εἰς θεωρίαν καὶ ἡρπάγη ὁ νοῦς μου εἰς ἕνα κάμπον. Καὶ ἦσαν κατὰ τάξιν – κατὰ σειρὰν – μοναχοὶ συνταγμένοι εἰς μάχην. Καὶ ἕνας ὑψηλὸς στρατηγὸς ἦλθε πλησίον μου καὶ μοῦ λέγει: Θέλεις, μοῦ λέγει, νὰ εἰσέλθῃς, νὰ πολεμήσῃς εἰς τὴν πρώτην γραμμήν; Καὶ ἐγὼ τὸν ἀπάντησα ὅτι σφόδρα ἐπιθυμῶ νὰ μοναμαχήσω μὲ τοὺς ἀντίκρυ αἰθίοπας· ὅπου ἦσαν κατέναντι ὡρυόμενοι καὶ πνέοντες πῦρ ὡς ἄγριοι σκύλοι, ὅπου μόνον ἡ θεωρία τους σοῦ ἐπροξένει τὸν φόβον. Ἀλλ᾿ εἰς ἐμένα δὲν ἦτο φόβος· διότι εἶχον τοσαύτην μανίαν, ὅπου μὲ τὰ δόντια μου νὰ τοὺς σκίσω.
100. Τότε λοιπὸν μὲ χωρίζει ὁ στρατηγὸς ἀπὸ τὰς γραμμὰς ὅπου ἦτον ἡ πληθὺς τῶν πατέρων. Καὶ ἀφοῦ διήλθομεν τρεῖς ἢ τέσσαρας γραμμὰς συνταγματικῶς μὲ ἔφερεν εἰς τὴν πρώτην γραμμήν, ὅπου ἦσαν ἕνας ἢ δύο ἀκόμη κατὰ πρόσωπον τῶν ἀγρίων δαιμόνων. Ὅπου αὐτοὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ὁρμήσουν καὶ ἐγὼ ἔπνεον ἐναντίον τους πῦρ καὶ μανίαν. Κἀκεῖθεν μὲ ἄφησεν ἐπειπόντως ὅτι· εἴ τις ἐπιθυμεῖ νὰ πολεμήσῃ ἀνδρείως μὲ αὐτούς, ἐγὼ δὲν τὸν ἐμποδίζω, ἀλλὰ βοηθῶ.
101. Ἔκτοτε λοιπὸν ἤρχισαν οἱ ἄγριοι πόλεμοι, ὅπου δὲν μὲ ἄφηναν ἡσυχίαν ἡμέρα καὶ νύκτα. Ἄγριοι πόλεμοι! Μήτε ὥραν νὰ ἡσυχάσω. Ἐπίσης καὶ ἐγὼ μὲ μανίαν εἰς αὐτούς.
Ἓξ ὥρας καθήμενος εἰς προσευχὴν τὸν νοῦν δὲν ἐσυγχώρουν νὰ βγῆ ἀπὸ τὴν καρδίαν. Ἀπὸ τὸ σῶμα μου ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε βρύσις. Ξύλον ἀλύπητα. Πόνος καὶ δάκρυα. Νηστεία ἄκρα καὶ ὁλονύκτιος ἀγρυπνία.
Ὅλα ἔτη ὀκτὼ κάθε μέρα μαρτύριον. Ἔφευγαν οἱ δαίμονες καὶ ἐφώναζαν. Μᾶς ἔκαψε! Μᾶς ἔκαψε! Ὅπου ἔτυχε μίαν νύκτα καὶ τοὺς ἤκουσε καὶ ὁ πλησίον μου ἀδελφὸς ξενιζόμενος, ποῖοι ἦσαν αὐτοὶ ποὺ ἐφώναζαν.
102. Καὶ ὅμως, τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ποὺ θὰ τοὺς δίωκεν ὁ Χριστός, ἐγὼ πλέον διελογιζόμην ἀπεγνωσμένος ὅτι, ἀφοῦ τὸ σῶμα μου ἔπεσε τελείως νεκρὸν καὶ τὰ πάθη μου ἐνεργοῦν ὡς ἐν τελείᾳ ὑγείᾳ, οἱ δαίμονες εἶναι οἱ νικηταί. Αὐτοὶ μὲ ἔκαψαν ἀσφαλῶς καὶ ἐνίκησαν καὶ ὄχι ἐγώ. Ἐπιτέλους, καθὼς ἐκαθήμην νεκρός, πληγωμένος, ἀπεγνωσμένος, αἰσθάνομαι ὅτι ἠνοίχθη ἡ θύρα καὶ ἦλθε κάποιος, πλὴν δὲν ἐστράφην νὰ ἰδῶ, ἀλλὰ ἔλεγα τὴν εὐχήν.
103. Καὶ αἴφνης αἰσθάνομαι ὅτι κάτω μου κάποιος μὲ ἐρεθίζει πρὸς ἡδονήν. Καὶ στρέφομαι καὶ βλέπω τὸν δαίμονα, ὅπως εἶναι κασίδης· πληγωμένη ἡ κεφαλή του βρωμάει! Καὶ ὥρμησα θηριωδῶς νὰ τὸν πιάσω. Καί, ὅπως τὸν ἔπιασα, εἶχε τρίχες τοῦ χοίρου, καὶ ἔγινεν ἄφαντος. Εἰς δὲ τὴν ἀφήν μου μὲ ἄφησε τὴν αἴσθησιν τῶν τριχῶν του καὶ τὴν βρῶμα στὴν ὄσφρησιν. Καὶ ἐπιτέλους ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐρράγη ὁ πόλεμος καὶ ἔπαυσαν ὅλα. Καὶ ἦλθεν εἰρήνη εἰς τὴν ψυχήν. Καὶ ἀπαλλαγὴ τελεία τῶν ἀκαθάρτων παθῶν τῆς σαρκός.
104. Ἐν τέλει τὴν νύκτα ἐκείνην ἦλθα πάλιν εἰς ἔκστασιν. Καὶ βλέπω ἕνα μέρος εὐρύχωρον, καὶ θάλασσα τὸ ἐχώριζε. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν εὐρυχωρίαν ἦτον παγίδες ἐστρωμένες παντοῦ. Καὶ κρυμμένες νὰ μὴν φαίνωνται. Ἐγὼ δὲ ἤμην εἰς ἕνα μέρος πολὺ ὑψηλόν, καὶ ὅλα ὡς ἐν θεάτρῳ τὰ ἔβλεπα. Ἀπὸ δὲ τὸ μέρος αὐτὸ ἔπρεπε νὰ διέλθουν ὅλοι οἱ μοναχοί. Ἀπὸ δὲ τῆς θαλάσσης ἦτον ἕνας δράκων – δαίμονας φοβερὸς - ὅπου ἔβγαζαν φλόγες τὰ μάτια του.
105. Ἐξαγριωμένος, ἔβγαζε τὸ κεφάλι του καὶ ἐκοίταζε – Πιάνονται στὲς παγίδες; Οἱ δὲ μοναχοὶ περνώντας χωρὶς φόβον καὶ προσοχήν, ἄλλος ἐπιάνετο ἀπὸ τὸν λαιμόν, ἄλλος ἀπὸ τὴν μέσην, ἄλλος ἀπὸ τὸ πόδι, ἄλλος ἀπὸ τὸ χέρι. Καὶ βλέπων ὁ δαίμων ἐγελοῦσε χαίρων καὶ ἀγαλλώμενος. Ἐγὼ δὲ ἐλυπούμην σφόδρα καὶ ἔκλαιον. Ἄχ! ἔλεγα, πονηρὲ δράκον! Τί μᾶς κάμεις καὶ πῶς μᾶς πλανᾷς! Καὶ ἦλθα πάλιν εἰς τὸν ἑαυτόν μου· καὶ ἥμην μέσα στὸ καλυβάκι μου.




Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού