Λόγος Περί Συνειδήσεως καί Ὑπακοῆς Γέροντος Ἑφραίμ Φιλοθεΐτου - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Λόγος Περί Συνειδήσεως καί Ὑπακοῆς Γέροντος Ἑφραίμ Φιλοθεΐτου

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·





Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φυλάξη ὑπακοή ἀπόλυτη πρός τήν συνείδησί του καί ἐφαρμόζη ὅ,τι τοῦ ὑποδεικνύει ἐκείνη, παύει καί αὐτή νά τόν ἐλέγχη. Ὄχι ὅτι ἐξασθένησε ἡ φωνή της, ἀλλά, διότι διά τῆς καλῆς ὑπακοῆς δέν ἔχει ἡ συνείδησι κάτι νά ἐλέγξη.
Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης λέγει: “Ὅταν ἡ συνείδησι τοῦ ἀνθρώπου δέν τόν ἐλέγχῃ, παρρησίαν ἔχει πρός τόν Θεό”.
Στόν δρόμο του ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ποτέ δυνατόν νά περάση, χωρίς κάπου νά προσκρούση. Διότι ἀπό τήν μιά ὁ διάβολος, ἀπό τήν ἄλλη ἡ σάρκα, ἀπό τήν ἄλλη ὁ κόσμος, συνεχῶς παρεμβάλλουν ἐμπόδια στή ζωή του· καί σκοντάφτει ὁ ἄνθρωπος ἀνάλογα μέ τήν ἀπροσεξία πού τόν χαρακτηρίζει. Γι᾿ αὐτό ὅταν πέση, νά σηκώνεται πάραυτα καί νά ζητᾶ συγχώρησι. Ὅταν δέ ὁ ἄνθρωπος μετανοήση ἀνάλογα, τότε καί ἡ συνείδησι, ἡ ὁποία προηγουμένως τόν ἐνοχλοῦσε παύει τόν ἔλεγχο.
Σέ τρία σημεῖα πρέπει νά φυλάξωμε τήν συνείδησί μας, στό Θεό, στόν πλησίον μας καί στά πράγματα.
Ὁ ἄνθρωπος φυλάγει τήν συνείδησί του πρός τόν Θεόν, ὅταν ἀποφεύγη τήν ποικίλη ἁμαρτία. Πρός τόν πλησίον, ὅταν δέν τόν λυπῆ, δέν τόν κατακρίνη, δέν τόν συκοφαντῆ, δέν τόν σκανδαλίζη, δέν τόν σπρώχνη στό κακό. Πρός τά πράγματα, ὅταν δέν γίνεται αἰτία καταστροφῆς ἤ βλάβης ὑλικοῦ πράγματος ἀπό ἀπροσεξία, ἀπό ἀμέλεια, ἀπό ἀσυνειδησία.
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, μᾶς λέγει πολλά πράγματα γιά τήν ἀσυνειδησία αὐτή. Ὅταν βλέπης ἕνα πρᾶγμα ὅτι καίγεται, ὅτι καταστρέφεται καί δέν τό σηκώνης, δέν τό προφυλάγης, ἀσυνειδησία εἶναι. Ὅταν σχίζεται τό ροῦχο σου καί τό ἀφήνεις καί καταστρέφεται τελείως, ἀσυνειδησία εἶναι. Ὅταν μπορῆς νά δουλέψης καί ἐσύ γυρίζεις ἐδῶ καί ἐκεῖ, καί αὐτό ἀσυνειδησία εἶναι. Ὅταν τό φαγητό τό ἀφήσης καί ξυνίση καί τό πετᾶς, ἀσυνειδησία εἶναι, διότι ἔπρεπε νά εἶχες τή μέριμνα, νά τό φᾶνε πρίν ξυνίση.
Ἄρα, με ὁποιοδήποτε τρόπο καί ἄν σφάλη ὁ ἄνθρωπος ἐπάνω στά ὑλικά πράγματα, εἶναι ἀσυνειδησία· καί μέ ὁποιοδήποτε τρόπο ἄν προσβάλη τό Θεό, εἶναι ἀσυνειδησία.
Ὁ μεγαλύτερος πλοῦτος εἶναι νά προσπαθήση νά διατηρήση τή συνείδησί του ὁ ἄνθρωπος χωρίς βάρος. Σέ περίπτωσι δέ πού θά αἰσθανθῆ κάτι νά τόν ἔχη πληγώσει, νά τό διορθώση ἀμέσως καί ἔτσι ἐπανέρχεται πάλι στήν ἴδια κατάστασι.
Πόσες καί πόσες φορές δέν μᾶς ἔχει ἐλέγξει ἡ συνείδησί μας; Ὅσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος προσέχει τή συνείδησί του, ὅσο περισσότερο τήν ἐπιμελεῖται, τόσο λεπτότερα τόν ὁδηγεῖ. Ὅσο δέ λεπτότερα τόν ὁδηγεῖ καί τόν ἐλέγχει, τόσον περισσότερο ἀνεβαίνει στήν καθαρότητα.
Ὑπάρχει καί ἡ πονηρά λεγομένη συνείδησι, ἡ ὁποία ἔρχεται καί αὐτή πολλές φορές μέ τό πρόσχημα καί μέ τό σχῆμα καί μέ τή μορφή τῆς ἀγαθῆς συνειδήσεως· καί ὅμως στήν οὐσία εἶναι ἡ πονηρά συνείδησι, ἡ διεστραμμένη, ἡ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ συνείδησι.
Ἡ πονηρά συνείδησι εἶναι ἐκείνη ἡ φωνή, ἡ ὁποία διδάσκει ἀντίθετα, κυρίως πλανεμένα καί διεστραμμένα.
Ἡ ἀγαθή συνείδησι ἔχει σάν ἀφετηρία καί σάν ἀρχή καί σάν θεμέλιο τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ὑπακοή.
Ἡ πονηρά συνείδησι ἔχει ὡς ἀρχήν της τήν ὑπερηφάνεια καί τήν ἀνυπακοή.
Ὅταν δέν πείθεται κανείς στόν Γέροντα, ὅταν ἀντιστέκεται, ὅταν ἄλλα τοῦ λέγουν καί ἄλλα λέγει, ὅταν δέν ἀκούη, τότε ἔχει τήν λεγομένην αὐτοπεποίθησι· ἡ τοιαύτη αὐτοπεποίθησι εἶναι πονηρά συνείδησι.
Ἡ ταπεινοφροσύνη γεννᾶ τήν ἀγαθή συνείδησι· κανείς γιά νά μάθη, μᾶλλον γιά νά διδαχθῆ τήν ἀγαθή συνείδησι, (διότι μπλέκονται ἀμφότεραι καί συχνά διερωτᾶται κανείς: πονηρά συνείδησι εἶναι αὐτή ἤ ἀγαθή; Σκέπτεται: αὐτό τό λογισμό νά πιστέψω ἤ ἐκεῖνο) χρειάζεται νά ἔχη ταπείνωσι, κυρίως ὅμως νά τεθῆ ὑπό τήν ὁδηγία τοῦ ἄλλου, τοῦ ἀνωτέρου του, τοῦ προϊσταμένου του, τοῦ πνευματικοῦ του καί νά κάνη ὑπακοή σέ ὅ,τι του εἰπῆ. Τότε σιγά-σιγά θ᾿ ἀρχίση νά ἀντιλαμβάνεται, ποιός λογισμός εἶναι κακός καί ποιός εἶναι ἀγαθός, ποιά εἶναι ἡ χροιά τῆς ἀγαθῆς καί ποιά τῆς πονηρᾶς συνειδήσεως. Ἔτσι ἀφ᾿ ἑνός ἀποφεύγει τίς πτώσεις μέ τή διδασκαλία καί τήν καθοδήγησι τοῦ πνευματικοῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου σύν τῷ χρόνῳ διδάσκεται τή χροιά, τήν ὄψι τῶν δύο συνειδήσεων καί γίνεται ἕνας τέλειος ἄνθρωπος.
Ἐκεῖνοι πού ἔπαθαν ζημιά εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτός ὑπακοῆς· καθ᾿ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιέζεται καί ἀπό τίς δυό συνειδήσεις, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μία πάει νά τόν σώση καί ἡ ἄλλη νά τόν καταστρέψη, καί δέν γνωρίζει πολλάκις ποιά νά διαλέξη. Ὁ ὑποτακτικός ξεφεύγει τόν κίνδυνο καί σιγά-σιγά γίνεται ἔμπειρός, πρακτικός τῆς πονηρᾶς καί τῆς ἀγαθῆς συνειδήσεως.
Ὁ Ἀββᾶς Ποιμήν εἶχε δύο λογισμούς καί πῆγε στόν πνευματικό του νά τούς εἰπῆ, ὁ ὁποῖος ἦταν πολύ μακριά· ἔφυγε τό πρωΐ καί ἔφθασε τό βράδυ. Ξέχασε δέ τόν ἕνα λογισμό καί εἶπε μόνο τόν ἕνα. Ὅταν ἐπέστρεψε, μόλις ἔβαλε τό κλειδί στήν πόρτα ν᾿ ἀνοίξη, θυμήθηκε τό δεύτερο λογισμό. Τότε δέν ἄνοιξε τήν πόρτα· γύρισε ξανά πίσω γιά νά εἰπῆ καί τόν ἄλλο λογισμό του.
Ὅταν ὁ πνευματικός του εἶδε τόν κόπο του καί τήν ἀκρίβεια τοῦ εἶπε: “Ποιμήν, Ποιμήν, Ἀγγέλων Ποιμήν! Ἡ ἀρετή σου θά φέρη τό ὄνομά σου εἰς πᾶσαν τήν γῆν”.
Γιά νά μπορέση κανείς νά γίνη ἔμπειρος, ὥστε νά διακρίνη τή φωνήν τῆς ἀγαθῆς καί πονηρᾶς συνειδήσεως, πρέπει νά περάση ἀπό τήν ὑπακοή. Ἄν δέν περάση ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ὑπακοή, εἶναι ἐλλιπής. Μπορεῖ νά ἔχη χαρίσματα, νά εἶναι καλῆς ψυχῆς ἄνθρωπος, νά κάνη διάφορα καλά ἔργα, ἀλλά θά τόν ἰδῆς νά κουτσαίνη πάντοτε στή διάκρισι καί στήν ταπεινοφροσύνη. Ἐκεῖνο τό  ὁποῖο χαρίζει ἡ ὑποταγή ἐν πρώτοις καί βασικῶς εἶναι ἡ διάκρισι διά τῆς ταπεινοφροσύνης. Δηλαδή ἡ ὑπακοή σφυρηλατεῖ τόν ἄνθρωπον καί τοῦ χαρίζει πρωτίστως τήν ταπείνωσι καί τή διάκρισι.
“Ἐρώτησον, λέγει, τόν Πατέρα σου, καί ἐρεῖ σοι”. Αὐτό βλέπομε μέσα στόν πατερικό δρόμο τῶν ἁγίων. Διαβάζουμε στό “Πατερικόν” ὅτι ὁ Ζαχαρίας εἶδε μία ὀπτασία, ἀλλά ὁ πατήρ του δέν ἦταν σέ θέσι νά τοῦ ἐξηγήση, ἄν ἦταν ἐκ Θεοῦ ἤ ἐκ τῶν δαιμόνων. Πῆγε σ᾿ ἕνα διακριτικό Γέροντα ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: “Ἐκ Θεοῦ εἶναι ἡ ὀπτασία, ἀλλά πήγαινε καί ὑποτάγηθι τῷ Πατρί σου”.
Πόσα καί πόσα δέν μας ἄφησαν οἱ Πατέρες γιά διδασκαλία μας! Ὁ καλύτερος δρόμος, ὁ πιό σωστός, ὁ πιό σίγουρος, ὁ πιό ἀνεύθυνος, εἶναι ὁ τῆς ὑποταγῆς. “Ὁ πράττων ὑπακοήν, λέγει ὁ ἀββᾶς Παλάμων, ἐξεπλήρωσεν ἀπάσας τά ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ”.
“Ὁ ὑποτακτικός ἔχει διαλέξει τόν καλύτερο δρόμο”, λέγει ὁ ἀββᾶς Μωϋσῆς: “Τρέξατε, τέκνα, ὅπου ἐστίν ὑπακοή. Ἐκεῖ χαρά, εἰρήνη, φιλαδελφία, ἑνότης, ἐγρήγορσις, παρηγορία, στέφανοι, μισθός”. Ὅταν ὅμως θέλωμε νά στήσωμε τό ἰδικό μας θέλημα, ἐνῶ εἴμαστε ὑποτακτικοί, τότε ὁ δρόμος γίνεται δύσκολος, τραχύς, ἐπικίνδυνος. Ὅταν κάνη κανείς ὑπακοή βρίσκεται μέσα στήν ἀγάπη, στή βία, στή φιλαδελφία, στούς στεφάνους, στόν ἁγιασμό, στή σωτηρία.
Τό ἴδιο θέλημα εἶναι μεγάλος φραγμός, μεγάλο ἐμπόδιο. Τεῖχος μεταξύ ψυχῆς καί Θεοῦ. Ὅπως ἀπό τό τεῖχος, ὅταν εἶναι μπροστά μας, ἐμποδίζεται ὁ ἥλιος καί ἐμποδιζομένου τοῦ ἡλίου, τό μέρος ἔχει ὑγρασία, δέν καρποφορεῖ, ἔχει ἀρρώστια, ἔτσι εἶναι καί τό τεῖχος τοῦ ἰδίου θελήματος. Ὅταν αὐτό σταθῇ μπροστά στήν ψυχή, σκοτεινιάζει καί μένει ἄκαρπη.
Ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης εἶναι ὁ Χριστός· ὅταν ἡ ψυχή δέν ἔχη ἐμπόδιο, ἔρχονται οἱ ἀκτῖνες τοῦ Χριστοῦ καί τήν φωτίζουν καί καρποφορεῖ καί ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος.
Ὅποιος γνώρισε τῆς ὑπακοῆς τόν καρπόν, ἐκεῖνος μπορεῖ νά μιλήση γι᾿αὐτήν. Εἶναι ὁ πιό χαριτωμένος δρόμος. Κυρίως  ἀποβάλλει ὁ ἄνθρωπος τόν κακό δαίμονα τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί τῆς ὑπερηφανείας, πού φέρνει ὅλα τά κακά καί εἰσάγει τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ἀμεριμνησία.
Διαβάζομεν στό “Γεροντικό” γιά δύο ἀδέλφια, πού ἀποφάσισαν νά γίνουν μοναχοί καί ἔφυγαν ἀπό τόν κόσμον. Ὁ ἕνας ἔγινε ὑποτακτικός σέ κοινόβιο, ὁ ἄλλος ἔγινε ἡσυχαστής.
Μετά 2-3 χρόνια ὁ ἡσυχαστής λέγει: “Ἄς πάω νά δῶ τόν ἀδελφό μου, πού εἶναι στό κοινόβιο, μέσα στή μέριμνα, μέσα στίς σκοτοῦρες· ποιός ξέρει τί νά κάνη ὁ ταλαίπωρος μέσα σέ τόσες φασαρίες”. Εἶχε την αὐτοπεποίθησι ὅτι ἀσκητεύοντας εἶχε φθάσει σέ ὑψηλά μέτρα. Ἐπῆγε στό μοναστήρι καί με πρόφασι δῆθεν ὅτι χρειαζόταν τόν ἀδελφό του, λέγει τοῦ ἡγουμένου: “Ἤθελα νά δῶ τόν ἀδελφό μου λίγο”. Ἦλθε ὁ ἀδελφός του καί ὁ ἡγούμενος, πού ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος, ἔδωσε εὐλογία νά ἀπομακρυνθοῦν καί νά συζητήσουν.
Ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τό μοναστήρι βλέπουν ἕνα νεκρό σ᾿ ἕνα μονοπάτι, σχεδόν γυμνόν. Λέγει ὁ ἡσυχαστής: “Δέν ἔχομε κανένα ροῦχο νά τόν σκεπάσωμε τόν ἄνθρωπο”. Ὁ ὑποτακτικός λέγει μέ τήν ἁπλότητά του: “Δέν κάνομε καλύτερα προσευχή νά σηκωθῆ;” “Ἄς κάνωμεν”, λέγει καί ὁ ἡσυχαστής. Κάνανε προσευχή καί οἱ δύο καί ἀναστήθηκε ὁ νεκρός. Ὁ ὑποτακτικός δέν ἔδωσε σημασία στό θαῦμα· σκεπτόταν, ὅτι τό θαῦμα ἔγινε μέ τίς εὐχές τοῦ Γέροντός του. Ὁ ἡσυχαστής ὅμως μέσα του ἔλεγε ὅτι γιά τήν ἀρετή του ἔγινε τό θαῦμα, γιά τήν ἄσκησι καί τήν νηστεία του, γιά τήν ἀγρυπνία καί τήν κακουχία του, γιά τήν χαμαικοιτία καί τά ἄλλα κατορθώματά του.
Ὅταν ἐπέστρεψαν ὀπίσω, λέγει ὁ ἡγούμενος στόν ἡσυχαστή προτοῦ μιλήσουν αὐτοί: “Μή νομίσης, ἀδελφέ, ὅτι γιά τήν προσευχή σου ἀνέστησε ὁ Θεός τό νεκρό· ὄχι! Ἀλλά γιά τήν ὑπακοή τοῦ ἀδελφοῦ σου!”.
Ὅταν εἶδε ὁ ἡσυχαστής, ὅτι ὁ ἡγούμενος διάβασε ἀμέσως τούς λογισμούς του, ὅτι εἶχε προορατικό χάρισμα καί ἁγιότητα, πίστεψε ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι πράγματι πλανεμένος καί ὅτι ὁ ἀδελφός του, ὁ τάχα μεριμνῶν καί τυρβάζων περί πολλά ἐντός τοῦ κοινοβίου, ἦταν ἀνώτερός του.
Σκεφθῆτε μέ τι πεποίθησι ὁ ὑποτακτικός ἔλεγεν: “Ἄς κάνωμε προσευχή νά ἀναστηθῆ!”. Δέστε ἁπλότητα, ἀκακία, πίστι. Ὁ ἡσυχαστής τό εἶχε ἀκατόρθωτο καί ὁ ὑποτακτικός φυσιολογικό· πίστευε στήν εὐχή τοῦ Γέροντός του. Γιά νά φθάση στήν ταπεινοφροσύνη αὐτή, τί ἀγῶνα θά ἔκανε! Πόσο τσακίστηκε ὁ ἐγωϊσμός του καί ἡ ὑπερηφάνειά του στό κοινόβιο! Διότι ποιός ἄνθρωπος ἐρχόμενος ἀπό τόν κόσμο δέν ἔχει ἐγωϊσμό καί ὑπερηφάνεια; Πόσοι καί πόσοι ὑποτακτικοί δέν ἁγίασαν καί μυρόβλησαν;
Στό Ἅγιον Ὄρος, στήν περιοχή τῆς Ἁγίας Ἄννης ἦταν ἕνα καλογέρι, τό ὁποῖο κουβαλοῦσε τσουβάλια σιτάρι ἀπό τόν ἀρσανά ἐπάνω. Πολύς κόπος καί πολλοί ἱδρῶτες. Μιά στιγμή ἄρχισε νά λέγη μέ τό λογισμό του: “Ἄραγε ἔχομε μισθό γιά τόν τόσο κόπο καί τους τόσους ἱδρῶτες πού χύνομε κάνοντας ὑπακοή στούς Γεροντάδες μας;” Ἐνῷ συλλογιζόταν αὐτά, κάθισε λίγο νά ξεκουρασθῆ. Τότε τοῦ ἦλθε λίγος ὕπνος. Μεταξύ δέ ὕπνου καί ἐγρηγόρσεως βλέπει τήν Παναγία μπροστά του. “Μή στενοχωριέσαι, τέκνον, τοῦ λέγει. Οἱ ἱδρῶτες αὐτοί πού χύνεις γιά τήν ὑπακοή, κουβαλῶντας τά τρόφιμα, ὡς μαρτυρικόν αἷμα ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ μου λογίζονται”. Ἦρθε στόν ἑαυτό του ὕστερα καί τοῦ ἔφυγαν οἱ λογισμοί, τοῦ ἔφυγε ἡ στενοχώρια. Καί οἱ πατέρες τό ἔγραψαν στό πεζουλάκι καί ὅποιος περνάει ἀπό κεῖ τό διαβάζει.
Κοντά στό “Καθολικόν”τῆς Ἁγίας Ἄννης ὑπάρχει ἕνα σπιτάκι, πού λέγεται τοῦ “Πατριάρχου”. Ἐκεῖ ἀσκήτευσε ἕνας Πατριάρχης ὀνόματι Κύριλλος. Ἐγκατέλειψε τόν Πατριαρχικό Θρόνο καί ἦλθε καί ἔγινε καλόγηρος. Οἱ πατέρες κουβαλοῦσαν τά πράγματα στήν πλάτη. Λέγουν στόν Πατριάρχη: “Ἐσύ γέροντας εἶσαι, παναγιώτατε, καί ἀμάθητος· νά σοῦ πάρωμε ἕνα γαϊδουράκι, νά φορτώνης τά τρόφιμά σου”. Τοῦ πῆραν ἕνα γαϊδουράκι καί ἀνέβαινε καί κατέβαινε μέ αὐτό.
Μιά μέρα, ἐνῷ ἀνέβαινε ὁ Πατριάρχης μέ τό ζῶο καί οἱ ἄλλοι πατέρες μέ τά τρόφιμα στήν πλάτη τους, κάθησαν λίγο νά ξεκουρασθοῦν. Ξαφνικά ὁ Πατριάρχης, μεταξύ ὕπνου καί ἐγρηγόρσεως, βλέπει τήν Παναγία μαζί μέ τούς Ἀγγέλους. Καί ἡ μέν Παναγία εἶχε ἕνα δοχεῖο καί πότιζε τούς πατέρες, πού κουβαλοῦσαν τά πράγματα στήν πλάτη τους, οἱ δέ Ἄγγελοι εἶχαν μαντήλια, καί σκούπιζαν τόν ἱδρῶτα τους.
Βλέποντας ἔκπληκτός ὅτι σκούπιζαν καί τόν ἱδρῶτα ἀπό τό γαϊδουράκι, παρακαλοῦσε λέγοντας: “Σκουπίστε καί ἐμένα σᾶς παρακαλῶ”. Τότε τοῦ λέγει ἡ Παναγία: “Πάτερ, ἐσύ δέν ἔχει ἱδρῶτα· τό γαϊδουράκι θά σκουπίσωμε, πού ἔχει”. Τότε ξύπνησε καί ἦλθε στόν ἑαυτό του. Λέγει πρός τούς πατέρας: “Πᾶρτε τό γαϊδουράκι, διότι ζημιώνομαι εἰς πολλά πράγματα. Ἡ Παναγία καί οἱ Ἄγγελοι σκούπισαν τό γαϊδουράκι καί ὄχι ἐμένα”. Ἔκτοτε τά κουβαλοῦσε καί αὐτός στήν πλάτη του.
Πόσα καί πόσα τέτοια δέν ἔχουν γίνει στή ζωή τῶν πατέρων! Ποῦ νά ἤμαστε νά βλέπαμε! Τώρα σπανίως συναντῶνται, χαθήκανε ὅλα.
Ἄς προσέχουμε λοιπόν τήν συνείδησί μας. Ἄς ἀποκτήσωμε ἀγαθή συνείδησι διά τῆς ὑπακοῆς, διά τῆς συντριβῆς, διά τῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς ταπεινοφροσύνης. Ἄς ἀποφεύγωμεν δέ τό ἴδιον θέλημα, τό ὁποῖο γεννᾶ τήν αὐτοπεποίθησι, τήν πονηρά συνείδησι.


Περί Συνειδήσεως

1η. Μή καταφρονῆτε τήν συνείδησίν σας, διότι αὕτη τό καλόν μᾶς συμβουλεύει· εἶναι ὁ ἔμφυτος νόμος, πού μᾶς ἐδόθη ὡς πυξίδα, διά νά μᾶς δείχνῃ τόν ἴσιον καί σωτήριον δρόμον.
Ὑπάρχει ἀγαθή συνείδησις καί πονηρά συνείδησις· ἡ ἀγαθή εἶναι, ὅταν μᾶς συμβουλεύῃ, βάσει τοῦ θείου νόμου, τά παραγγέλματα τῆς σωτηρίας, ἡ δέ πονηρά, φωνή τοῦ διαβόλου, μᾶς νουθετεῖ πλανεμένα καί διαστρεβλωμένα, ἔχουσα αἰτίαν τήν οἴησιν καί τόν ἐγωϊσμόν! Τό νά γνωρίσῃς καί νά μάθῃς πῶς νά διακρίνῃς τήν μίαν συνείδησιν ἀπό τήν ἄλλην, αὐτό θά κατορθωθῇ μέ τήν ἐξομολόγησιν τῶν λογισμῶν σου καί μέ ὑπακοήν εἰς τάς συμβουλάς τοῦ πνευματικοῦ ὁδηγοῦ· διότι αὐτός θά σοῦ ξεχωρίσῃ καί θά σέ διαφωτίσῃ, ὅτι αὐτός ὁ λογισμός σου εἶναι τῆς ἀγαθῆς, φέρ᾿ εἰπεῖν, συνειδήσεως ἤ τῆς πονηρᾶς καί ἔτσι θά μπῇς εἰς τό νόημα ὡς πρός τό νά διακρίνῃς εἰς τό ἑξῆς καί μόνος σου.
\t
2α. Πρόσεχε τήν συνείδησίν σου· τά ἔργα σου νά εἶναι γνήσια· ὄχι ἄλλο εἰς τό στόμα καί ἄλλο εἰς τήν καρδίαν σου· ἀγάπησε τήν ἀλήθειαν· φοβήσου τόν ἔλεγχον τῆς συνειδήσεώς σου· διόρθωνε τόν ἐσωτερικόν σου ἄνθρωπον, διά νά μή μετανοήσῃς εἰς τό ὕστερον ματαίως. Αὐτά, καί ὁ Θεός νά εἶναι μαζί σου καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά σε ἐνδυναμώνῃ πρός ἐφαρμογήν τῶν νουθεσιῶν.




                                                          ΒΙΒΛΙΟ
Πατρικές Νουθεσίες
Γέροντος Ἑφραίμ Φιλοθεΐτου



Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού