Ομιλία Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη<< Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ>> - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Ομιλία Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη<< Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ>>

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·

                  Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Ομιλία ΛΑ’
Στήν σημερινή ὁμιλία μας θά ἔχουμε σάν θέμα τό Ἅγιον Ὄρος.
Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνας τόπος ξεχωριστός, ἕνας ἀφωρισμένος τόπος, ὅπου μονάζουν ἀφιερωμένοι ἄνθρωποι στόν Θεό· ἄνθρωποι, πού θέλησαν διά τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ νά Τόν δουλεύσουν καί νά Τόν λατρεύσουν μέ ὅλες τους τίς δυνάμεις, μέ σκοπό νά ἁγιάσουν τούς ἑαυτούς των καί συγχρόνως νά βοηθήσουν τόν κόσμο μέ τίς προσευχές τους καί μέ τό καλό τους παράδειγμα. Βέβαια τό νά γίνη κανείς μοναχός δέν εἶναι τόσο εὔκολο. Πρωτίστως εἶναι κλῆσις Θεοῦ. Καί ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ὑποχρεωτική.
Τόν τόπον αὐτόν τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν ἔχει διαλέξει ἡ Παναγία μας. Μᾶλλον τῆς ἐδόθη ὡς κλῆρος, ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἔβαλαν κλήρους, σέ ποιόν τόπο ὁ καθένας θά κηρύξη τόν Χριστό. Καί ὁ κλῆρος τῆς Παναγίας μας ἔπεσε στό Ὄρος τοῦ Ἄθωνος.
Κατά τήν Ἁγιορείτικη Παράδοση, αὐτό τό Ὄρος, ὅταν τό ἐπεσκέφθη ἡ Παναγία μας, ἦταν κατοικημένο ἀπό εἰδωλολάτρες. Καί ὅταν οἱ εἰδωλολάτρες ἀντίκρυσαν τήν Παναγία Μητέρα, ἐθαύμασαν τήν καλλονή Της καί εἶπαν ὅτι μόνο μία θεά θά μποροῦσε νά ἔχη μία τέτοια ὀμορφιά. Ἡ Παναγία τό εὐλόγησε τό Ὄρος αὐτό καί σάν δικό Της Περιβόλι τό γέμισε ἀπό ἀφιερωμένους ἀνθρώπους ζῶντας ἐν παρθενίᾳ καί ἁγνότητι. Καί ἡ ἰδιαίτερη προστασία Της εἶναι ἐμφανής σέ κάθε ἐποχή καί σέ κάθε μοναστήρι.
Γιά νά ἐξασφαλίση τήν ἁγιότητα τῶν παιδιῶν Της, τῶν μοναχῶν, στό Περιβόλι Της, ὥστε νά μποροῦν ἀπρόσκοπτα νά λατρεύσουν τόν Θεό, τό θέλημά Της ἦταν νά μείνη ἄβατο καί ἀπρόσβλητο ἀπό κάθε τι, πού θά μποροῦσε νά ἐμποδίση τόν ἁγιαστικό σκοπό τῶν μοναχῶν. Γι’ αὐτό τό Ἅγιον Ὄρος ἐδῶ καί χίλια καί πλέον χρόνια ζῆ ἄτρωτο καί ἀπρόσβλητο ἀπό τό γυναικεῖο γένος. Ἔχει δέ ἐμφυτευθῆ στήν ψυχή τῶν γυναικῶν ὁ σεβασμός, ἡ ἀγάπη καί ἡ εὐλάβεια πρός αὐτό τό θέλημα τῆς Παναγίας μας. Γιά νά μποροῦν δέ οἱ μοναχοί νά ἀφιερώνωνται στά μοναχικά τους καθήκοντα καί δι’ αὐτῶν νά προχωροῦν πρός τήν ἁγιότητα ἐντελῶς ἀνεμπόδιστα καί ἀμέριμνα, ἐκτός ἀπό τό γυναικεῖο φύλο, ἀπαγορεύει νά εἰσέλθη στό Περιβόλι Της  καί κάθε ζῶο θηλυκό.
     Κατά τό παρελθόν ἅγιες γυναῖκες, βασίλισσες μέ εὐσέβεια καί ἁγνότητα ἠθέλησαν καί προσπάθησαν νά εἰσέλθουν, νά περπατήσουν στό Ἅγιον Ὄρος ἤ καί νά παραμείνουν φέρνοντας μαζύ τους ἅγια Λείψανα, ὅπως ἡ Μάρω, ἡ μητέρα τοῦ Μωάμεθ τοῦ Β’τοῦ Πορθητοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
   Αὐτή ἡ εὐσεβής χριστιανή Σερβίδα βασίλισσα, ἡ Μάρω, ὅταν τό παιδί της ἔκανε τήν ἐκπόρθησι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ τουρκική βαρβαρότητα ρήμαζε κάθε τι τό ἱερό καί ὅσιο στήν ἁγία αὐτή πόλι, προσπάθησε μέ πόθο καί ἀγάπη νά ἀποσπάση ὅσο τῆς ἦταν δυνατόν περισσότερα ἅγια πράγματα ἀπό τήν βεβήλωσι. Καί κράτησε πάρα πολλά ἅγια ἀπό τίς ἐκκλησίες γιά τόν ἑαυτό της καί τά φύλαγε. Κάποια στιγμή  λέγει στό παιδί της:
-Παιδί μου, κουράστηκα νά ζῶ ἐδῶ μέσα καί νά βλέπω ὅλη αὐτήν τήν λεηλασία καί τήν ἀσέβεια τοῦ γένους τῶν Ἀγαρηνῶν. Θέλω νά φύγω νά ἡσυχάσω.
-Ναί, μητέρα, τῆς λέει, πήγαινε καί ἡσύχασε, ὅπως θέλεις. Πάρε τήν Μακεδονία ὁλόκληρη, παίρνε τούς φόρους, γίνε μοναχή κι ὅ,τι θέλεις κάμε.
    Καί τότε δώρισε πάρα πολλά ἅγια λείψανα στό Ἅγιον Ὄρος καί δή τά Τίμια Δῶρα τῶν Μάγων, τά ὁποῖα εἶχε στήν κατοχή της. Καί σάν ἁγία βασίλισσα θέλησε νά τά προσφέρη μέ τά ἴδια της τά χέρια στούς μοναχούς καί νά προσκυνήση ἡ ἴδια τήν Παναγία στό Ἅγιον Ὄρος. Ξεκίνησε μέ πλοῖο ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι καί ἔφθασε στήν προκυμαία τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παύλου, μέ σκοπό νά ἀνεβῆ στό μοναστήρι καί εἰδοποίησε τούς μοναχούς ὅτι ἀνεβαίνει μέ τά κειμήλια αὐτά. Οἱ μοναχοί καί οἱ ἱερεῖς ἑτοιμάσθηκαν μέ τά ἄμφιά τους καί τά ἑξαπτέρυγα μέ πομπή τιμητική καί κατέβαιναν πρός συνάντησιν τῆς βασιλίσσης. Κι ὅταν συναντήθηκαν ἡ Μάρω μέ τήν συνοδεία της καί οἱ μοναχοί στό ἐνδιάμεσον μεταξύ Μονῆς καί προκυμαίας, ἀκούει ἐκεῖ φωνή ἀοράτως νά τῆς λέγη:
-Μάρω, Μάρω, ἐδῶ ὑπάρχει ἄλλη βασίλισσα κι ἐσύ πρέπει νά ἐπιστρέψης πίσω!
Κι ἀμέσως παρέδωσε μέ ἀπέραντο σεβασμό καί ἀγάπη τά ἅγια αὐτά Τίμια Δῶρα στά χέρια τοῦ Ἡγουμένου καί τῶν ἱερέων, προσκύνησε μέχρις ἐδάφους μέ πολύ εὐλάβεια τήν Παναγία, φίλησε τό χῶμα τό ἁγιασμένο τοῦ Ἁγίου Ὄρους κι ἐπέστρεψε στό πλοῖο της. Στήν συνέχεια ἀνεχώρησε γιά τήν Μακεδονία, ὅπου καί ἡσύχασε σάν μοναχή μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της.
Πολλά κέντρα μοναστικά ὑπῆρξαν σέ πολλά μέρη στό παρελθόν, ἀλλά γιά νά μήν εἶναι κατοχυρωμένα μέ τό «ἄβατον» μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καί τοῦ διαβόλου τήν δουλειά σιγά-σιγά ἔπεσαν σέ παρακμή καί ἐναπέμεινε σέ ἄνθησι μόνο αὐτό τό Ὅρος τοῦ Ἄθωνος ἀπό τήν πρόνοια τῆς Παναγίας, πού τό κατωχύρωσε μέ τό «ἄβατον».    
   Στό Ἅγιον Ὄρος ἐκτός ἀπό τόν ἔμψυχο πλοῦτο, πού εἶναι οἱ μοναχοί, ἔχουμε καί τόν πλοῦτο τοῦ Βυζαντίου. Ἔχουμε τίς ἅγιες εἰκόνες, πού κάνουν θαύματα καί πού ἔφθασαν μέ θαυματουργικό τρόπο στό Ἅγιον Ὄρος.
   Πολλούς αἰῶνες πρίν τό Ἅγιον Ὄρος ἦταν κατάμεστο. Εἶχε φθάσει νά ἔχη πληθυσμό περισσότερο ἀπό 30.000 μοναχούς. Ὑπῆρχε μοναστήρι, πού εἶχε 2.000 μοναχούς. Ἐκεῖ νά δῆτε ἁγιότητα καί ὁσιότητα. Ὑπῆρχαν πολύ πνευματικοί ἄνθρωποι, γεμᾶτοι ἀπό θεῖα χαρίσματα. Σ’ αὐτό τό εὐλογημένο Ὄρος, ὅπως θά ξέρετε καί θά ἔχετε διαβάσει ἔχουν ἀσκητεύσει μεγάλοι ἄνδρες τῶν γραμμάτων καί τῆς τέχνης, ἀλλά καί πολύ ἁπλοϊκοί ἄνθρωποι. Βέβαια ὁ Θεός δέν ἐξαιρεῖ κανένα τῆς ἁγιότητος, ὅταν ἀγωνισθῆ, ὅπως χρειάζεται.
   Ὅλα τά καλντερίμια τοῦ Ἁγίου Ὄρους τά ἔχουν περπατήσει πόδια ἁγιασμένα, τά ὁποῖα κοπίασαν γιά χρόνια στήν ἄσκησι, στόν πόνο καί στόν μόχθο. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἐκτός ἀπό τήν ἀσκητικότητα, τήν ἀγρυπνία καί τά πνευματικά τους καθήκοντα, ὅλες τίς ἀνάγκες τους ὅλα τά τρόφιμά τους, τά πάντα, ἐκάλυπταν μέ τήν ἀχθοφορία, μέ τόν τουρβᾶ στήν πλάτη, καί κυρίως κάτω ἀπό τήν ἄσκησι τῆς ὑπακοῆς. Ἔτσι πολλοί μοναχοί ἀξιώθηκαν μεγάλων χαρισμάτων.
Τήν νύχτα στόν κόσμο ξέρετε τί συμβαίνει ἀπό πλευρᾶς ἁμαρτίας. Τά κέντρα τά ἁμαρτωλά φωταγωγημένα, μέ λατρεία δαιμονική καί τόσα ἄλλα, ὅπου οἱ δαίμονες πανηγυρίζουν καί ὀργιάζουν βυθίζοντας τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων στήν κόλασι καί στήν ἀσωτία. Μέ τήν θεωρία μεταφερθῆτε τώρα νοερῶς στό Ὅρος καί ἐπισκεφθῆτε το τήν νύχτα. Θά δοῦμε στό κάθε μοναστήρι, στό κάθε ἀσκητήρι, στήν κάθε σπηλιά, μικρά φωτάκια, πού δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἐκκλησιές, πού μέ τό κεράκι καί τό καντήλι λειτουργοῦν οἱ μοναχοί καί προσεύχονται ὄχι μόνο γιά τούς ἑαυτούς των, ἀλλά καί γιά ὅλον τόν κόσμο.
   Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι τό λιμάνι τῆς σωτηρίας καί βοήθησε πολύ τόν κόσμο καί τότε μέ τήν ἁγιότητα, πού εἶχαν ἐκεῖνοι οἱ μοναχοί, ἀλλά καί σήμερα. Ἡ ἀποστολή του ἦταν καί εἶναι ἱερώτατη. Βλέπετε τό ἐπισκέπτονται ἄνθρωποι ἀδιάφοροι, ἁπλῶς ἀπό μία περιέργεια καί ἀλλάζουν καί ἀναγεννῶνται καί ἐπιστρέφουν στό σπίτι τους ἀλλοιωμένοι ἐντελῶς καί μεταφέρουν τήν ὠφέλεια τῆς ἐμπειρίας τους αὐτῆς καί στούς οἰκείους καί στούς γνωστούς. Ἔρχονται καί θαυμάζουν καί βλέπουν τούς μοναχούς καί προβληματίζονται αὐτοί οἱ ἄνθρωποι καί λένε. «Μά, αὐτά τά παιδιά, αὐτά τά νειᾶτα, πῶς μποροῦν καί νικοῦν τήν ἁμαρτία, πῶς μποροῦν καί διατηροῦν τόν ἑαυτόν τους ἁγνό καί καθαρό καί ἀγγελικό; Πῶς ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά ἐγκρατευθοῦμε στό ἄλφα ἤ στό βῆτα θέμα καί αὐτοί νεαροί, ἄνθρωποι μέ σπουδές, μέ πτυχία καί μέ ὀμορφιές ἀσκοῦνται ἐδῶ μέσα στό Ἅγιον Ὄρος, μέσα στό μοναστήρι, μέσα στούς τέσσερεις τοίχους! Τήν νύχτα νά ἀγρυπνοῦνε, τήν ἡμέρα νά ἐργάζωνται, νά κόβουν τό θέλημά τους, νά ἀσκοῦνται στήν ἀρετή, νά ταπεινώνουν τούς ἑαυτούς τους, νά ἀρνοῦνται τήν ἐλευθερία τους χάριν τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί νά λάμπουν τά πρόσωπά τους ἀπό ἁγνότητα! Μά, πῶς ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά κάνουμε αὐτό τό πρᾶγμα!»
Ὅταν ἤμουν στήν ἔρημο ἦλθε ἕνας ἄνθρωπος καί μοῦ λέγει:
-Πάτερ, πῶς μπορεῖτε καί ζῆτε ἐσεῖς ἐδῶ· κι ἐμεῖς ράσο φοροῦμε;
Ἐγώ τοῦ χαμογέλασα καί τοῦ εἶπα:
-Γιατί νά μή μποροῦμε νά μείνουμε ἐδῶ;
-Μά, ἐμένα νά μοῦ δώσουν τά καλύτερα πράγματα, ἐδῶ δέν μπορῶ νά σταθῶ καθόλου!
Κι ἐγώ τοῦ λέγω:
-Κι ἐμένα ἄν μοῦ δώσουν ὅλον τόν κόσμο, δέν τόν ἀλλάζω μέ τήν εὐτυχία, πού ζῶ ἐδῶ! Δέν σοῦ δίνω βῆμα σποδός ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος!
-Μά, ἐδῶ μέσα στήν ἔρημο, μέσα στήν ἐξορία, τί εὐτυχία νοιώθεις ἐσύ;
-Αὐτήν, πού δέν γνωρίζεις ἐσύ. Γιατί, ἄν τήν γνώριζες ἐσύ τήν εὐτυχία, πού νοιώθω ἐγώ, τότε θά μέ καταλάβαινες, πῶς σοῦ μιλῶ! Ἀλλά αὐτό εἶναι τοῦ Θεοῦ τό κατόρθωμα, ὄχι δικό μας. Ἐμεῖς μία θέλησι δίδουμε καί ὁ Θεός κάνει τό ἔργο!
    Ζούσαμε στήν ἔρημο, ζούσαμε μέσα στά πουρνάρια καί στά βράχια καί δέν εἴχαμε ἀπολύτως τίποτα. Δέν εἴχαμε νερό καί πίναμε ἀπό στέρνες. Δέν εἴχαμε κρεββάτι, δέν εἴχαμε τίποτα. Κι ὅμως αἰσθανόμασταν τήν μεγαλύτερη εὐτυχία τοῦ Θεοῦ. Καί μόνον ἡ ἡσυχία σέ ἔφτανε γιά μία εὐλογημένη παράκλησι τῆς ψυχῆς.
    Κάποτε ἕνας ἱερεύς ἦλθε ἀπό τόν κόσμο κι ἐπειδή δέν εἴχαμε καί ποῦ νά τόν βάλουμε, βγῆκα ἐγώ ἀπό τό κελλάκι μου κι ἔβαλα αὐτόν νά κοιμηθῆ. Σηκώθηκε τήν νύχτα ὁ ἄνθρωπος καί τρόμαξε. Ἐμεῖς εἴμασταν μέ τό κομποσχοίνι ἔξω. Αὐτός ξύπνησε ὁ καημένος, βγῆκε ἔξω καί μόλις εἶδε τήν ἐρημιά κι ἐκεῖνα τά βράχια κόντευε νά πάθη συγκοπή. Τοῦ λέγω:
-Μή τρομάζετε! Μιά χαρά εἴμαστε ἐμεῖς ἐδῶ!
Ὅταν ξημέρωσε, εἶδε τόν βράχο, πού ἦταν ἐπάνω ἀπό τήν καλύβα μου καί λέγει:
-Πάτερ, δέν φοβᾶσαι, μή πέση αὐτός ὁ βράχος;
Τοῦ λέγω:
-Μά, δέν πέφτει.
-Μά, ἄν πέση;
-Δέν πέφτει.
-Πῶς, γιατί δέν πέφτει;
-Γιατί τόν κρατάει ὁ Θεός! Ἅμα θέλη ὁ Θεός τόν ἀφήνει καί πέφτει. Δέν στέκει μέ τό θέλημά του. Στέκει, γιατί τόν κρατάει ὁ Θεός.
Τοῦ φαινόταν παραμύθι, παράδοξο καί σίγουρα θά σκεφτόταν: «Τρελλός εἶναι αὐτός!»
   Καί βλέπουμε μέσα στό Ἅγιον Ὄρος τά λεγόμενα «Καρούλια», ὅπου στό παρελθόν εἶχε πάρα πολλούς Ρώσσους ἀσκητάς. Ἐκεῖ οἱ σπηλιές τους εἶναι σάν φωλιές πουλιῶν, ἐπάνω στά ἀπόκρημνα βράχια καί ἀποροῦμε πῶς ζοῦν ἐκεῖ καί πῶς ἐπικοινωνοῦν ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον!
    Ὅλα αὐτά κατορθώνονται μόνο καί μόνο μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, μέ τίποτε ἄλλο. Ποιός μπορεῖ νά ἀφήση γονεῖς, νά ἀφήση νειᾶτα, νά ἀφήση τόσα καί τόσα πράγματα, πού τά χαίρονται οἱ ἄνθρωποι στόν κόσμο καί νά φύγη νά κλεισθῆ μέσα στό Ὄρος, μέσα στόν κόπο, μέσα στόν μόχθο, ἐγκαταλείποντας τό ἴδιον θέλημα, τήν ἐλευθερία, πού εἶναι τό βασίλειο τοῦ ἀνθρώπου καί νά σκύψη τό κεφάλι στήν ὑποταγή, νά ἀγρυπνῆ καί νά νηστεύη γιά ὅλη του τήν ζωή!
   Γιά ποιό λόγο τά κάνει ὅλα αὐτά; Γιά τόν πόθο τῆς σωτηρίας. Διότι θέλει νά ὑπηρετήση τόν Θεό, νά φθάση στήν ἁγιότητα, νά σώση τήν ψυχή του, νά σώση τούς συγγενεῖς του, νά σώση ὅλον τόν κόσμο. Δέν θά μποροῦσε κανείς νά τό κατορθώση αὐτό, ἐάν δέν ἦταν θέλημα Θεοῦ καί ἄν δέν βοηθοῦσε ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου.
  Γι’ αὐτό ἀκριβῶς κι ἐμεῖς πιστεύουμε ἀπόλυτα καί ἀμετάκλητα ὅτι ὄχι μέ τήν δική μας δύναμι - κάθε ἄλλο - παρά μόνο μέ τήν Χαρι τοῦ Θεοῦ στεκόμεθα, ὅπως στεκόμεθα. Γι’αὐτό καί χάριτι Θεοῦ δέν μᾶς ἀπασχολεῖ ὁ κόσμος. Ἐμεῖς κλεινόμαστε στό μοναστήρι καί δή μέσα στό κελλί μας καί νοιώθουμε πανευτυχεῖς. Κανείς δέν μπορεῖ νά συλλάβη τήν δική μας εὐτυχία. Κι ὅταν μᾶς ἐπισκεφθῆ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί ἐπιφοιτήση τό Ἅγιον Πνεῦμα, τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐκτός ἑαυτοῦ.
   Βλέπουμε τούς ἁγίους μοναχούς νά ἀγρυπνοῦν κατ’ ἰδίαν τήν νύχτα  μέσα σ’ ἕνα σκοτεινό κελλί, σέ μιά φυλακή καί νά βρίσκωνται σέ κατάστασι παραδείσου, νά ἐπικοινωνοῦν μέ τό θεῖον μέ τόση Χάρι καί εὐλογία καί τά μάτια τους νά εἶναι δύο βρύσες ἀπό δάκρυα ὄχι μόνο πένθους γιά τίς ἁμαρτίες  καί τοῦτο γίνεται· ἀλλά δάκρυα χαρᾶς καί εὐτυχίας τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί οἱ μοναχοί νοιώθουν μακαριότητα καί θεωρία Θεοῦ. Βλέπουμε τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἀσκήτευσε σέ διάφορα μέρη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, νά γίνεται ὅλος θεοειδής, ὅλη ἡ μορφή του νά λάμπη ἀπό τήν Θεία Χάρι, νά τόν καταλαβαίνουν ὅσοι τόν πλησιάζουν καί νά ἐννοοῦν ὅτι αὐτός ὁ ἅγιος εἶχε τήν νύχτα ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό.
   Καί ὅταν ἕνας τέτοιος ἅγιος μοναχός μιλήση μέ τόν Θεό, μή νομίζετε ὅτι μιλάει μόνο γιά τόν ἑαυτό του. Ὁ Θεός ἐπειδή εἶναι ἀγάπη, ἀπό τήν δική Του ἀγάπη δίνει σ’ αὐτόν τόν ἅγιο, γιά νά παρακαλῆ γιά τόν κόσμο, τοῦ δίνει τήν δύναμι, τοῦ δίνει τήν Χάρι, τόν ἀξιώνει παρρησίας, γιά νά Τοῦ μιλάη γιά τά αἰτήματα, πού ἔχει ἀνάγκη ὁ κόσμος. Καί ὁ Θεός προκαλούμενος ἀπό τόν ἅγιο στέλνει στόν κόσμο τήν Χάρι Του καί βλέπουμε ἄνθρωποι, πού ἦταν ἀδιάφοροι γιά τήν σωτηρία τους, νά ἀλλάζουν ἐντελῶς καί νά ἐπιστρέφουν ἐν μετανοίᾳ στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ. «Αἰτεῖτε καί δοθήσεται......κρούετε καί ἀνοιγήσεται» (Ματθ. ζ΄, 7).
   Διαβάζουμε στόν βίο τοῦ Ἀββᾶ Βαρσανουφίου ὅτι ὁ ἅγιος αὐτός ἔκανε συνέντευξι μετά τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅπως μιλάει κανείς σέ ἕνα σταθμό καί δίνει συνέντευξι καί τόν βλέπει ὁ κόσμος, ὁ ἅγιος μιλοῦσε μέ τήν Ἁγία Τριάδα γιά τά προβλήματα τοῦ κόσμου καί ὁ Θεός ἀνταποκρινόταν. Καί ἦταν ἔγκλειστος· δέν ἔβγαινε καθόλου ἔξω ἀπό τό κελλί του. Μά δέν ἔσκαζε, δέν ἦταν ἄνθρωπος νά πάρη ἀέρα; Κι ὅμως. Δέν τοῦ χρειαζότανε. Εἶχε τήν αὕρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἔπλεε σέ πέλαγος, σέ ὠκεανούς εὐτυχίας Θεοῦ.  
    Ὀ Μοναχισμός καί ἰδιαίτερα τό Ἅγιον Ὄρος ἔδωσε πολλές φορές τό παρόν καί σήκωσε τό ἀνάστημά του καί ἀντιμετώπισε τούς αἱρετικούς. Θά ἔχετε ἀκούσει τί συνέβη ἐπί Βέκκου τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μετά τήν ἐπιστροφή τῶν Ὀρθοδόξων στήν Πόλι ἀπό τήν σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, ὅπου ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός κατεδίκασε τήν ἐν Φλωρεντίᾳ ἕνωσι τῶν Λατίνων μέ τούς Ὀρθοδόξους, ὁ βασιλεύς Ἰωάννης, ὁ προτελευταῖος αὐτοκράτορας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνέδειξε Πατριάρχη τόν αἱρετικό καί λατινόφρονα Βέκκο.
  Τότε αὐτός ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά  ὑποτάξη τόν φάρο τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Μοναχισμοῦ καί νά ἀναγκάση τούς μοναχούς νά συμφωνήσουν μέ τήν ἕνωσι. Ἄν τό Ἅγιον Ὄρος ἔκανε κάτι τέτοιο, θά ἔσβηνε ἡ Ὀρθοδοξία. Ἀντίθετα ἀντιστάθηκε, σήκωσε τό ἀνάστημα, προπορευομένης βέβαια τῆς Παναγίας, τῆς Προστασίας καί Ἐφόρου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Κι ὅταν ὁ Βέκκος ἀνέβαινε μέ στρατό, γιά νά ὑποτάξη τά μοναστήρια καί τίς σκῆτες καί τίς σπηλιές στήν ἕνωσι μέ τούς Καθολικούς, τότε, τήν ὥρα πού εἶχαν φθάσει ἔξω ἀπό τό Βουλγάρικο Μοναστήρι τοῦ Ζωγράφου, ἕνας ἀσκητής ἔψελνε τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας. Καί τήν στιγμή, πού τῆς ἔλεγε τό· «Χαῖρε Νύμφη, Ἀνύμφευτε!», ἀκούει φωνή: «Χαῖρε κι ἐσύ, ὦ Γέρων! Ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου ὅτι ἀνεβαίνει ὁ λατινόφρων Παρτριάρχης, ὁ Βέκκος, μέ στρατό. Πήγαινε νά πῆς στούς Πατέρες νά κλείσουν τήν θύρα καί νά μή τόν δεχθοῦν στό μονα-στήρι, ὡς αἱρετικό».
  Καί τρέχει ὁ ἀσκητής καί πληροφορεῖ τόν ἡγούμενο καί τούς πατέρας καί κλείνουν τήν θύρα καί κλείνον-ται στόν πύργο τῆς Μονῆς. Ἀλλά βέβαια οἱ ἐχθροί μέ τήν στρατιωτική δύναμι, πού εἶχαν, ἔσπασαν τήν πόρτα καί πήδηξαν μέσα, ἀλλά τόν πύργο δέν μπόρεσαν νά τόν προσβάλουν. Ἀπό κεῖ ἐπάνω οἱ πατέρες ἤλεγχαν τόν λατινόφρονα ἀποκαλῶντας τον προδότην τῆς Ὀρθοδοξίας. Τότε ὁ Βέκκος μέ τούς στρατιῶτας ἔβαλε φωτιά κι ἔκαψε τούς πατέρας μέσα στόν Πύργο. Ἔτσι οἱ πατέρες ἀνεδείχθησαν Ὁσιομάρτυρες κι ὁμολογηταί τῆς Πίστεώς μας.
  Ἐπίσης οἱ αἱρετικοί ἀνέβηκαν καί στίς Καρυές, στό Πρωτᾶτο. Κι ἐκεῖ οἱ πατέρες ἀντέστησαν. Τότε συνέλαβαν πάρα πολλούς, ἀκόμη καί παιδιά πού ἐργάζονταν ἐκεῖ μαζί μέ τούς γονεῖς τους κι ὅλους τούς σκότωσαν ἔξω ἀπό τό Πρωτᾶτο. Ἀπόδειξις αὐτῆς τῆς ἀληθείας καί τῆς παραδόσεως εἶναι ὅτι πρό ἐτῶν σέ ἕνα τάφο, πού ἦταν ἔξω ἀπό τό Πρωτᾶτο καί ἔκαιγε καντηλάκι, ὅταν ἔγινε ἡ ἐκταφή, βρέθηκαν τά λείψανα ἑνός ἁγίου Βατοπεδινοῦ μοναχοῦ, πού τόν ἔσφαξε ὁ Βέκκος, καί ἄλλα λείψανα μικρῶν παιδιῶν, τά ὀποῖα καί ἐκεῖνα ὁμολόγησαν τήν πίστι τους στήν Ὀρθοδοξία καί ἐσφάγησαν. Τό μόνο λάθος πού ἔγινε τότε, ἦταν ὅτι, ὅταν ὁ Βέκκος πῆγε στήν Μεγίστη Λαύρα, στό μεγάλο μας μοναστήρι, ἐνῷ οἱ πολλοί ἀντέταξαν, παραπλάνησε τρεῖς-τέσσερεις προϊσταμένους ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποχώρησαν καί λειτούργησαν μαζί μέ τούς λατινόφρονας. Αὐτοί, ὅταν μετά ἀπό χρόνια ἔγινε ἡ ἐκταφή τους, παρουσίασαν εἰκόνα τυμπανισμένου καί δαιμονισμένου· ἦταν ἄλειωτοι καί φοβεροί τόσο, πού νά μή μπορῆ νά τούς ἀντικρύση κανείς· ἀπόδειξι τρανταχτερή τοῦ τί σημαίνει καθολοκισμός.
   Τό θέμα εἶναι πολύ σοβαρό κι ὄχι ὅπως μᾶς παρουσιάζεται καί κοινολογεῖται. Διότι, ἐάν βάλουμε τά θέματα κάτω ἀπό πλευρᾶς ἐκκλησιαστικῆς, θά δοῦμε ὅτι σ’ αὐτούς τίποτε δέν ἔμεινε ὄρθιο ἀπό αὐτά πού πιστεύει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας. Τίποτε δέν ἔμεινε πού δέν τό ἄλλαξαν καί δέν τό δηλητηρίασαν μέ κάτι ἀνορθόδοξο καί ἀντιδογματικό. Καί ἡ κορυφή βέβαια τῶν λαθῶν εἶναι τό ὅτι προσέβαλαν τό ἁγιώτατο Σύμβολο τῆς Πίστεως, πού ἐθέσπισαν οἱ δύο Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί τό ἐπεκύρωσαν οἱ ἑπτά. Διότι σύμφωνα μέ αὐτό, ἀναθεματίζεται, μένει ἄλειωτος καί ἀσυγχώρητος ὅποιος μετακινήση ἕνα ἰῶτα ἤ μία κεραία ἀπό τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ὄχι νά προσθέση λέξεις καί ὅρους, πού ἀλλάζουν τά νοήματα, ὅπως ἔκαναν οἱ Ὀρθόδοξοι τότε, πού συνυπέγραψαν μέ τούς Καθολικούς στήν Ρώμη. Αὐτοί μέ τήν ὑπογραφή τους ἀλλοίωσαν τό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί ἔχουμε μεγάλο δογματικό λάθος καί ἄλλα πολλά.
   Κι ἄν τά δοῦμε ὅλα ἀναλυτικά δέν θά βροῦμε τίποτε σωστό. Ἀκόμα καί στόν ἁγιασμό, πού εἶναι μία ἁπλῆ ἀκολουθία, καταλαβαίνουμε τήν διαφορά τῆς ἁ-γιότητος πού ἔχει ὁ Ὀρθόδοξος Ἁγιασμός μέ τήν εὐωδία του, σέ σχέσι μέ τόν ἁγιασμό τῶν καθολικῶν, πού μετά ἀπό λίγο χρόνο βρωμίζει.
   Γι’ αὐτό ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί πρέπει νά προσπαθήσουμε νά τηρήσουμε ὅσο γίνεται ἀκρίβεια ἐπάνω στά Ὀρθόδοξα δόγματά μας, γιά νά μπορέσουμε νά μεταλαμπαδεύσουμε καί στά παιδιά μας τήν ἀξία τους. Ἔχουμε εὐθύνη καί πρέπει νά τά ἐνημερώνουμε ἀπό πλευρᾶς αἱρέσεων, νά τούς ἀναπτύξουμε καλά τό θέμα, ὥστε νά εἶναι προστατευμένα μέ τήν ἀλήθεια καί νά μή κάνουν λάθη στήν ζωή τους. Νά προσέξουμε τούς μικτούς γάμους καί τόσα ἄλλα, πού κατ’ οἰκονομίαν βέβαια γίνονται ἰδιαίτερα ἐδῶ στό ἐξωτερικό, ἀλλά δέν εἶναι σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας.
   Βλέπουμε λοιπόν  ὅτι καί τότε τό Ἅγιον Ὄρος ἔμεινε ὡς ἀκρόπολις καί ἀπόρθητο φρούριο τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Μοναχισμοῦ καί συνεχίζει ὅπως ἀκριβῶς παρέλαβε ἀπό τούς πρώτους πατέρας καί θεμελιωτάς του τήν παράδοσι, ἀλλά καί τώρα σέ κάθε περίπτωσι κινδύνου, οἱ μοναχοί του ἀφοῦ συσκεφθοῦν σοβαρά τό κάθε θέμα, παρουσιάζουν καί ὁμολογοῦν τήν πίστι τους στήν Ὀρθοδοξία. Τό μόνο πού ἄλλαξε εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι μέν ἁγίασαν τό Ἅγιον Ὄρος μέ τήν ζωή τους καί μέ τόν θεῖο φωτισμό, ἐνῷ ἐμεῖς εἴμεθα ταλαίπωροι.
  Δυστυχῶς, ἐγώ προσωπικά λυποῦμαι γιά τόν ἑαυτό μου, γιατί δέν ἔκανα τίποτα καί δέν ἀνταποκρίθηκα στήν διδασκαλία καί ἁγιότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων μας. Διότι σήμερα αὐτοί οἱ ἅγιοι, πού καλλωπίζουν τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἐλάχιστοι. Βέβαια δύναται ὁ Θεός καί «ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ». Δηλαδή καί στήν σημερινή ἐποχή, πού λόγῳ τῆς μειωμένης ἀσκήσεώς μας δέν μποροῦμε νά φθάσουμε στήν ἁγιότητα ἐκείνων τῶν πατέρων καί τῶν παππούδων μας, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν μεγάλες ἀσκήσεις καί ἐδέχθησαν τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός, ὅπως ἔκαμε τήν καινούρια αὔξησι τῶν μοναχῶν, θά ἀναδείξη καί πάλι ἁγίους.
   Πρό ὀλίγων ἐτῶν εἴχαμε στενοχώρια καί λύπη, διότι ἐφθίναμε, λιγοστεύαμε καί σάν ἄτομα καί σάν δύναμι. Οἱ δέ αἱρετικοί τό εἶχαν πιάσει αὐτό, γιατί μᾶς ἐπισκέπτονταν, εἶδαν ὅτι τό Ἅγιον Ὄρος ἔχει γεράσει, δέν ἐρχόντουσαν νέοι, οἱ δέ γέροντες μέσα σέ λίγα χρόνια θά τελείωναν, ὁπότε ἔκαναν ἐπίθεσι στήν Ἐκκλησία τήν Ὀρθόδοξη καί ἤλπιζαν νίκη. Ἡ Παναγία μας ὅμως ἡ εὐλογημένη Μητέρα τοῦ Θεοῦ, πού τόσο λατρεύεται ἀπό τούς μοναχούς, δέν ἄφησε αὐτόν τόν φάρο, αὐτήν τήν ἀκρόπολι νά καταλυθῆ ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἔφερε τήν καινούρια ἄνθησι. Τώρα ἀνθίζουν τά νειᾶτα μέ μόρφωσι καί πνευματικότητα, ὁ πόθος τῶν παιδιῶν γιά ἀνώτερη πνευματική ζωή καί ἡ προσπάθεια νά φτάσουν τούς παλαιούς πατέρας, νά ἀγωνίζωνται, νά ἀγρυπνοῦν καί νά ἀσκοῦνται μέ τήν νοερά προσευχή, πού εἶναι ἡ ὀμορφιά τῆς μοναχικῆς ζωῆς.    
   Ἔχουμε καί μία ἄλλη πλευρά μοναχισμοῦ. Εἶναι ὁ γυναικεῖος μοναχισμός. Διάσπαρτα εἶναι τά μοναστηράκια ἀνά τήν Ἑλλάδα. Δέν ὑπάρχει τόπος πού δέν ὑ-πάρχει φυλάκιο τοῦ μοναχισμοῦ. Εἶναι μεγάλη εὐλογία στόν κάθε τόπο νά ὑπάρχη μοναστήρι. Κι ὅσο ἡ κοι-νωνία βυθίζεται στό σκότος τῆς ἁμαρτίας, τόσο ξεπη-δοῦν ψυχές, πού ἀνταρτεύουν κατά τοῦ διαβόλου καί προχωροῦν στούς προμαχῶνες τοῦ μοναχισμοῦ.  Καί μόνο κανείς νά ἐπισκεφθῆ ἕνα μοναστήρι, ὠφελεῖται καί ἀλλάζει ἀντικρύζοντας τά πρόσωπα αὐτά τῆς ἁγνότητος καί τῆς παρθενικότητος. Καί εἶναι ἕτοιμες οἱ ψυχές αὐτές νά δράσουν, ὅταν τό καλέση ὁ καιρός τῆς ὁμολογίας καί τοῦ ἀγῶνος.    
   Ἐμεῖς θέλουμε τίς εὐχές καί τίς προσευχές σας, γιά νά μπορέσουμε νά βιώνουμε κατά τό πνεῦμα τῶν παλαιῶν ἁγιορειτῶν πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν θαυμά-σια. Κι ὁ Θεός μᾶς ἀξίωσε νά γνωρίσουμε καί νά ζήσουμε κοντά σέ τέτοιους ἁγίους ἀνθρώπους, ἀσκητάς χαρισματούχους, πού ἔκαναν θαύματα καί στήν σημε-ρινή ἐποχή. Νά προσεύχεσθε γιά μᾶς τούς μοναχούς, νά αὐξηθοῦμε ἔτι καί ἔτι, νά γεμίση ἀκόμη περισσό-τερο τό Ἅγιον Ὄρος ἀπό μοναχούς, διότι ἔτσι γεμίζει τό φρούριο τῆς Ὀρθοδοξίας, πού εἶναι ὁ ἁγιώτερος τόπος τοῦ κόσμου, τόπος μοναστικῆς χάριτος καί ἁγιότητος. Πρέπει κι ἐμεῖς νά τό καταλάβουμε αὐτό καί νά συνεχίσουμε, ὅσο μποροῦμε, ἔστω κι ἀπό μίλια μακρυά νά ἀκολουθήσουμε τά «χνάρια, τίς πατημασιές» αὐτῶν τῶν ἁγίων Πατέρων μας, πού πέρασαν ἀπό δῶ.
     Νά προσεύχεσθε νά μᾶς δίνη ὁ Θεός πνεῦμα ἀγω-νιστικότητος, ἐπειδή ὅλοι μας προερχόμεθα ἀπό τόν κόσμο κι ἀπό οἰκογένειες - δέν εἴμεθα ἐξωφυσικοί ἄνθρωποι  κι ἔχουμε κι ἐμεῖς τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες μας καί μαχόμεθα ἐναντίον τῆς ἐμπάθειας κι ἐναντίον τοῦ κακοῦ. Ἔχουμε δύο ἑαυτούς· ὁ ἕνας εἶναι ὁ παλαιός Ἀδάμ, ὁ παλαιός ἄνθρωπος μέ τά πάθη του καί τίς ἀδυναμίες καί ὀ ἄλλος εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ παλαιός ἄνθρωπος ἀνθίσταται καί ἐπαναστατεῖ, γιά νά κυριαρχήση καί νά ἐπικρατήση ἐπί τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου.
   Γι’ αὐτό χρειάζεται τόσο ἐσεῖς ὅσο καί οἱ προσευχές σας νά μᾶς βοηθήσουν, ὥστε νά νικήσουμε τόν παλαιό Ἀδάμ, νά ἐπικρατήση ὁ καινός Ἀδάμ, ὁ ἀναγεννημένος. Κι ἔτσι νά ἀποκτήσουμε τήν ἁγιότητα, ἀπό τήν ὁποία κι ἐσεῖς θά ἀντλῆτε δύναμι καί χάρι, ὅταν ἐμεῖς ἀξιωθοῦμε παρρησίας πρός τόν Θεόν. Οἱ προσευχές θά εἰσακουσθοῦν καί ὁ καρπός θά εἶναι τό νά δώση ὁ Θεός στόν κόσμο ἱλασμόν ἁμαρτιῶν καί φώτισιν ἐπιστρο-φῆς.
   Ὅπως ἐμεῖς προσευχόμεθα γιά ἐσᾶς, κι ἐσεῖς θά προσεύχεσθε γιά μᾶς. Ἔτσι μέ ἀνταμωμένες τίς προσευχές καί τίς προσπάθειες νά ὁδηγηθοῦμε ἀμφότεροι στόν δρόμο τοῦ φωτός, στόν δρόμο τῆς εὐσέβειας, στόν δρόμο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία εἶναι καί ἡ ὀμορφιά κάθε χριστιανοῦ. Ὅλοι ἁμαρτωλοί εἴμεθα, συγγνώμη ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά στό θέμα τῆς Ὀρθοδοξίας πρέπει νά σταθοῦμε ἀκέραιοι καί λεβέντες, γιά νά μπορέσουμε νά περάσουμε στόν ἄλλο κόσμο.
   Κάποια μέρα οἱ Πατέρες θέλησαν νά πειράξουν τόν Ἀββᾶ Ἀγάθωνα, αὐτόν τόν μεγάλο ἀσκητῆ, μᾶλλον δέ καί νά διδαχθοῦν. Τοῦ λένε:
-Ἀββᾶ Ἀγάθων, ἐσύ εἶσαι πλεονέκτης, γιατί ἔτσι ἀκούγεται.
-Ναί εἶμαι.
-Μά, λένε πώς εἶσαι καί πόρνος!
-Εἶμαι.
-Μά, λένε πώς εἶσαι ἀμελής καί ράθυμος!
-Εἶμαι.
-Μά, εἶπαν πώς εἶσαι κι αἱρετικός!
-Ὄχι, δέν εἶμαι αἱρετικός. Εἶμαι Ὀρθόδοξος.
-Μά, γιατί τά ἄλλλα τά δέχτηκες καί τοῦτο τό ἀρνεῖσαι;
-Τά ἄλλα εἶναι ὠφέλεια τῆς ψυχῆς μου νά τά ἀποδεχθῶ, διότι ὁδηγοῦν στήν ταπείνωσι. Ἀλλά τό θέμα τῆς αἱρέσεως ὁδηγεῖ στό νά χάσω τόν Θεό καί τήν σωτηρία μου. Ἐγώ γι’ αὐτό ἦρθα ἐδῶ καί μόνασα.
Ἔτσι τό παράδειγμα τοῦ Ἀββᾶ Ἀγάθωνος δείχνει τήν ἀτράνταχτη ἀλήθεια ὅτι χωρίς Ὀρθοδοξία οὐδείς θά φθάση στόν Οὐρανό.
   Γι’ αὐτό θά τήν κρατήσουμε μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς ψυχῆς μας. Δέν θά ὑποχωρήσουμε μέ τίποτα, γιατί ἔχουμε Ἐπισκόπους καί Ἱερεῖς καί Μοναχούς νά μᾶς κατευθύνουν, ἀλλά καί ἁπλοῦς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι στέκουν θαυμάσια καί ἀγωνιστικά στίς ἐπάλξεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὅταν τό καλέση ὁ καιρός τῆς ὁμολογίας, ὅταν θά ἔρθη ὁ κατ’ ἐξοχήν Ἀντίχριστος, κατά οἰκονομίαν καί κατά συγκατάβασιν Θεοῦ, γιά νά δοκιμασθοῦμε, θά ἔχουμε ὁδηγούς καί στρατηγούς στόν πόλεμο, διότι μέχρι τούς ἐσχάτους χρόνους οἱ ἅγιοι δέν θά ἐκλείψουν ἀπό τήν γῆ.  Καί ὅπως εἴπαμε καί ἄλλοτε, ἐνῷ ἀποκλαίουμε τήν κατάστασί μας, ὅτι εἴμαστε ἐπικίνδυνοι νά κολασθοῦμε, ἐνδεχομένως ἔξαφνα νά βρεθοῦμε ὁμολογηταί καί στεφανωμένοι σάν μάρτυρες στήν δόξα τοῦ Οὐρανοῦ καί νά πάρουμε μία θαυμάσια θέσι στόν Πράδεισο. Οἱ ἅγιοι τῶν ἐσχάτων χρόνων θά εἶναι ὁμολογηταί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως στήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θά δοθῆ ἡ μάχη στό ἄν θά πιστεύουμε στήν θεανθρωπία τοῦ Χριστοῦ.
   Ἄς εὐχηθοῦμε, ὅλοι μας νά ἀξιωθοῦμε αὐτῆς τῆς μεγάλης χάριτος, νά δώσουμε τήν ἁγία ὁμολογία καί νά περάσουμε στόν στρατό τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας. Ἀμήν.



Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΜΟΣ  Β΄
                   ΕΚΔΟΣΙΣ: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
                   ΑΓΙΟΝ  ΟΡΟΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού