ΟΜΙΛΙΑ Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ, ΑΓΙΟΣ ΙΣΧΥΡΟΣ, ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

ΟΜΙΛΙΑ Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτη ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ, ΑΓΙΟΣ ΙΣΧΥΡΟΣ, ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·

ΟΜΙΛΙΑ ΛΓ’
«ΑΓΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ, ΑΓΙΟΣ ΙΣΧΥΡΟΣ, ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ»
      «Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ καί πᾶσαι αἱ οὐράνιαι δυνάμεις τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων καί Ἀγγέλων, πού ὑμνεῖτε τόν Τρισάγιον Θεόν μας καί ψάλλετε μέ τίς ἀγγελικές φωνές σας τό· «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος», ἑρμηνεύσατέ μας τί σημαίνει τό Ἅγιος, τό Ἰσχυρός, τό Ἀθάνατος! Πεῖτε μας τί εἶναι ὁ Θεός μας, γιά νά Τόν γνωρίσουμε καί νά Τόν προσκυνοῦμε πρεπόντως! Διδάξετέ μας πῶς νά ἐνεργοῦμε, γιά νά ἀνταποκρίνεται σέ μᾶς τούς εὐτελεῖς, τούς ταλαιπώρους, τούς ἐλεεινούς καί ἀναξίους! Ἡ Ἐκκλησία μας μιμουμένη Ἐσᾶς τούς Ἀγγέλους ψάλλει αὐτόν τόν ἀγγελικό ὕμνο, μέ τόν ὁποῖο Ἐσεῖς ἀκατάπαυστα ὑμνολογεῖτε τόν Θεό».
   «Ἅγιος ὁ Θεός!» Ναί, εἶναι ἅγιος, εἶναι ἁγνός, εἶναι ἀμόλυντος, εἶναι καθαρός, εἶναι τέλειος. Τά ἔργα Του εἶναι ὅλα ἁγνά, μεστά θεϊκῆς χάριτος καί ἁγιότητος. Τίποτε τό μεμπτό, τίποτε τό ἀκάθαρτο δέν ὑπάρχει στόν Θεό. Ἀναμάρτητα μᾶς ἐπισκέπτεται, ἀναμάρτητα βασιλεύει ἀνάμεσά μας. Δέν μολύνεται, δέν λερώνεται ἀπό τούς ἀνθρώπους καί τά ἔργα τους, ὅσα καί ἄν βλέπη, ὅσα καί ἄν αἰσθάνεται ὅτι πράττουμε ἐμεῖς, ἁμαρτωλά. Ὅπως ὁ ἥλιος, καίτοι κτίσμα τοῦ Θεοῦ, εἴτε φέγγει, εἴτε ζεσταίνει, εἴτε ἀποξηραίνει, εἴτε καθαρίζει, δέν μολύνεται, πολύ περισσότερο ὁ Θεός!     
   «Ἅγιος ὁ Θεός...» Ἡ λέξι «Ἅγιος» περικλείει μέσα της ὅλη τήν εὐωδία τοῦ Θεοῦ, ὅλο τό φῶς τοῦ Θεοῦ, ὅλη τήν πατρική Του ἀγάπη, ὅλη τήν εὐσπλαχνία Του, τήν χρηστότητά Του, τήν καλοσύνη Του καί ὅλα αὐτά, πού δέν ἐκφράζονται μέ ἄλλες λέξεις. Ὅταν λοιπόν θά ἀκοῦμε τό « Ἅγιος ὁ Θεός» στήν Ἐκκλησία μας, θά ἐν-νοοῦμε ὅλα αὐτά τά πράγματα. Κι ἄν ὁ Θεός μᾶς ἀνοίξη τόν νοῦ, τότε θά καταλάβουμε μέ αἴσθησι καρδιᾶς τήν οὐσία, τήν ἔννοια καί τήν ὀμορφιά αὐτοῦ τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου.
    Ἀλλά τί εἶναι ἡ φύσις τοῦ Θεοῦ; Ὁ Θεός εἶναι πνεῦ-μα ἀπόλυτο, ἄτρεπτο, ἀναλλοίωτο, ἀκατάληπτο, πού δέν συλλαμβάνεται μέ τόν νοῦ. Καί λέμε «πνεῦμα», γι-ατί δέν ἔχει κάτι τό ὑλικό, ἀλλά ἀνήκει στόν πνευματικό κόσμο τῶν ἀθεάτων ἀπό τά σάρκινα μάτια, πού φέρουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι δέ πάνω ἀπό πνεῦμα, γιατί πνεύματα λέγονται καί οἱ Ἄγγελοι καί οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων καί ὁ πνευματικός Παράδεισος, πού εἶναι ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ καί ὁ πνευματικός κόσμος, ὅπου θά ζήσουμε, ὅταν θά ἐγκαταλείψουμε αὐτόν τόν ὑλικό καί κτιστό κόσμο.
    Ὁ Θεός κατοικεῖ μέσα σέ ἀπρόσιτο φῶς. Κατά τούς νηπτικούς Πατέρας τό φῶς αὐτό εἶναι τό κάλυμμα τῆς φύσεώς Του. Ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος, ἀλλά τό φῶς Του βλέπεται μόνον ἀπό τούς ἁγίους. Αὐτό τό φῶς εἶναι λαμπρότατο καί ἀνέσπερο καί τό γνωρίζουν οἱ Θε-οφόροι Ἅγιοι, πού τό εἶδαν. Εἶναι ἐπάνω ἀπό κάθε ἄλλο φῶς κτιστό καί δημιουργημένο, εἶναι τό ἐξωτερικό ἰδίωμα τοῦ Θεοῦ, πού καλύπτει τήν οὐσία Του καί δέν μποροῦμε νά τήν συλλάβουμε, νά τήν γνωρίσουμε, νά τήν ἑρμηνεύσουμε. Εἶναι τό Θαβώρειον φῶς, τό Ἄκτιστον Φῶς. Αὐτό τό φῶς θά φωτίζη τόν ἄλλο κόσμο, τήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ πού ὑπάρχει ὁ Παράδεισος τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπάρχει ἥλιος. Αὐτός ὁ Χριστός, αὐτή ἡ Ἁγία Τριάδα φωτίζει ὅλο τόν οὐράνιο κόσμο. Αὐτό τό φῶς εἶ-δαν οἱ Ἀπόστολοι στό Θαβώρειον Ὄρος καί ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ἀντικρύσουν τόν Κύριο μέσα στήν δόξα Του καί τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλία , ἔπεσαν «χαμαί» καί δέν ἤξεραν τί ἔλεγαν.
     «Ἅγιος Ἰσχυρός!» Καί συνεχίζουμε μέ τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἰσχυρός. Γιατί; Γιατί δέν ἀδυνατεῖ τίποτε στόν Θεό. Πόσους καί πόσους κόσμους μπορεῖ νά δημιουργήση, ἄν τό θελήση! Ναί, εἶναι παντοδύναμος, παντεπίσκοπος, παντογνώστης. Ὅσα θέλει καί βούλεται κάνει μέ τήν ἄπειρη καί κατά φύσιν Ἀγάπη, καί τήν ἀπέραντη Πρόνοιά Του, πού ἔχει γιά ὅλα τά δημιουργήματά Του· τούς Ἀγγέλους, τούς ἀνθρώπους, κάθε τι πού ἔχει πνοή καί ζωή, ἀλλά καί γιά τά ὑλικά, τά ἄψυχα καί ἄ-βουλα. Εἶναι Ἰσχυρός, εἶναι Δυνατός καί προνοεῖ καί συντηρεῖ ὅλη τήν κτίσι, νοητή καί αἰσθητή. Εἰς τόν Θε-όν ἀδυνατεῖ οὐδέν.
   «Ἅγιος Ἰσχυρός...» Εἶναι ὁ Δυνατός Δημιουργός, πού δημιούργησε «ἐκ τοῦ μή ὄντος» τά πάντα, πού ἐμεῖς βλέπουμε καί ἀπολαμβάνουμε. Διά τοῦ δυνατοῦ Λόγου Του, σάν ξεχείλισμα τῆς Ἀγάπης Του δημιουργήθηκαν οἱ Ἄγγελοι καί γέμισε τό ἄπειρον τοῦ οὐρανοῦ μέ δισεκατομμύρια Ἀγγέλους. Τούς ἐπροίκησε δέ μέ τόσα χαρίσματα, ὥστε νά βλέπουν τήν δόξα Του, νά ἀπολαμβάνουν τήν μυστική Χάρι καί νά Τόν δοξάζουν.

     Ἐάν δοῦμε ἕναν Ἄγγελο μέ τά μάτια αὐτά τά σαρκικά, θά χάσουμε τίς αἰσθήσεις μας, θά ζαλισθοῦμε ἀπό τήν ὀμορφιά Του! Κι ἄν τόν ἀκούσουμε νά ψάλη, ἐκεῖ εἶναι, πού δέν θά ἀντέξη ἡ καρδιά μας· θά σταματήση ἀπό τήν ἡδονή τῆς μελωδίας τῆς φωνῆς του. Τό «τεριρέμ», πού ψάλλουμε ἐμεῖς ἐδῶ, εἶναι κι αὐτός ἀγγελικός ὕμνος, ὁ ὁποῖος σημαίνει τό «ἀλληλούϊα» καί ἐκεῖ δέν τελειώνει ποτέ. Γιατί οἱ Ἄγγελοι δέν σταμα-τοῦν ποτέ νά ὑμνολογοῦν τόν Θεό; Δέν κουράζονται; Σκεφθῆτε ὅτι ἐμεῖς ἐδῶ στήν γῆ, ὅταν εἴμαστε κάπου, πού εἴτε ψάλλουν εἴτε τραγουδοῦν, ἔρχεται ἡ ὥρα πού κουραζόμεθα. Ἐκεῖ ὅμως ἐπάνω δέν θά κουράζεται πο-τέ ὁ ἄνθρωπος νά ὑμνῆ μαζύ μέ τούς Ἀγγέλους τόν Θεό, διότι χίλια χρόνια δικά μας κάνουν μία ἡμέρα στόν ἄλλο κόσμο· «μία ἡμέρα παρά Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη καί χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία» (Β’ Πέτρου, Γ’ 8).
    Ἕνας Ἄγγελος ἐστάλη ἀπό τόν Θεό σέ ἕναν ἅγιο Ἀρχιερέα, νά τόν πληροφορήση ἐπάνω σέ κάποιες ἀπορίες, πού εἶχε γύρω ἀπό τά τοῦ Θεοῦ. Κι ἐνῷ ὁ Ἄγγελος ἀπαντοῦσε στίς ἐρωτήσεις τοῦ Ἀρχιερέως, τοῦ εἶπε:
-Συντόμευε τίς ἐρωτήσεις σου, διότι ἦλθε ἡ ὥρα νά πάω νά παραστῶ ἐνώπιον τοῦ Θείου Θρόνου.
-Μιά καί βιάζεσαι τόσο Ἄγγελέ μου, ψάλλε μου ἕνα «Ἀλληλούϊα».
-Ἄν σοῦ ψάλω ἕνα «Ἀλληλούϊα», ἐσύ δέν θά ζήσης, διότι θά εἶναι τόση ἡ ἡδονή τῆς μελωδίας, πού ἐσύ θά χάσης τήν ζωή σου. Ἀλλά ἐφ’ ὅσον τό ἐπιθυμεῖς τόσο πολύ, ὅταν ἐγώ ἀνεβαίνω στούς οὐρανούς, ἀπό ἐκεῖ θά σοῦ ψάλω. Κι ἀνεβαίνοντας ὁ Ἄγγελος ἐπάνω στόν οὐρανό, τοῦ ἔψαλε ἕνα «Ἀλληλούϊα» κι ὁ Ἀρχιερέας ἀπό τήν ἠδονή δέν ἄντεξε καί λιποθύμησε.
    Σκεφθῆτε τώρα ὅτι δέχονται οἱ Ἄγγελοι αὐτήν τήν χρηστότητα τοῦ Θεοῦ, τήν δωρεά, τήν ὀμορφιά, τήν δόξα, τήν ὡραιότητα τοῦ νοῦ τους, μέ τήν ὁποία σκέπτον-ται τά τοῦ Θεοῦ καί πληροφοροῦνται θεολογικά μυστήρια μυστηρίων, κατευθεῖαν ἀπό τήν πηγή τῆς θεολογίας, πού εἶναι ὁ ὑπέρτατος γνόφος τῆς Θείας Δόξης!
Φαντασθῆτε τήν ὀμορφιά τοῦ ἄλλου κόσμου· ἑκατομμύρια Ἄγγελοι μέ τόση μελωδία καί χάρι, πῶς θά ψάλλουν καί ὑπολογίστε τό τί θά ἀπολαμβάνουν οἱ ψυχές, οἱ ὁποῖες θά ἀξιωθοῦν νά ζήσουν κοντά στόν Θεό, εἰς αἰῶνας αἰώνων! Πόσοι καί πόσοι ἅγιοι ἀξιώθηκαν ἀπό τούτη τήν ζωή νά ἰδοῦν τόν Παράδεισο μέ ὀπτασίες καί ἀποκαλύψεις!
     Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν σαλός ἔφθασε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί εἶδε τόν Δεσπότη Χριστό καθήμενο ἐπί Θρόνου Δόξης. Ἀλλά ἀπό τήν πολλή δόξα καί λάμψι, δέν μποροῦσε νά διακρίνη τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ! Καί τότε ἔκανε νεῦμα ὁ Κύριος στούς Ἀγγέλους καί ἔψαλαν ὅλα τά τάγματα μαζύ. Καί ὅταν τά ἄκουσε, ἐθαύμασε, πού ὁ Θεός τοῦ ἔκανε τέτοια τιμή. Σκεφθῆτε πόσο ὁ Θεός εἶναι ταπεινός, νά κάνη τέτοια τιμή γιά νά εὐχαριστήση τόν ἅγιό Του! Ὅπως θά κάναμε κι ἐμεῖς, ἐάν δεχόμασταν κάποιον ἄνθρωπο στό σπίτι μας· θά τοῦ παίζαμε πιάνο γιά νά τόν τιμήσουμε, νά τόν εὐχαριστήσουμε. Καί ὁ Θεός εὐχαρίστησε ἔτσι τόν Ἅγιο, γιατί κι αὐτός ἦταν πολύ πολύ ταπεινός.    
       Οἱ Ἄγγελοι σάν ἀδελφοί μας ἔρχονται σέ βοήθειά μας. Στρατιές κατεβαίνουν ἀπό τόν Οὐρανό. Ὅταν ἐ-μεῖς ἀγωνιζώμεθα, ὅταν ἐμεῖς κραυγάζουμε τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ κι ὅταν ἐπικαλούμεθα αὐτούς τούς ἰδίους, μᾶς ἀκοῦνε σάν ἀδέλφια τους. Ξέρουν τούς πόνους μας, ξέρουν ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι πήλινοι μέ χίλια δυό πάθη καί ἀδυναμίες καί μᾶς βλέπουν, πού παλεύουμε μέ τά δαιμόνια, τά ὁποῖα μέ ὅλη τους τήν κακία, τόν φθόνο, τήν ζήλεια, τήν χαιρεκακία καί τόν σαδισμό ὠρύονται σάν λέοντες νά μᾶς καταβροχθίσουν. Βλέπουν ὅτι ἀπό τήν ἀδυναμία μας δέν τούς ἀντιλαμβανόμεθα καί συνήθως συνεργοῦμε μαζύ τους. Καί τότε αὐτά τά πνεύματα τά τόσο ἁγνά κι εὐλογημένα, πολύ μᾶς περιφρουροῦν καί μᾶς προστατεύουν!
    Ἄν οἱ προσευχές, πού κάνουμε, ἔχουν ὅλα τά στοιχεῖα τά ὑγιῆ, τίς παίρνουν καί τίς μεταφέρουν στόν Θρόνο τοῦ Θεοῦ. Καί μεσιτεύουν καί αὐτοί ὥστε νά γίνουν εἰσακουστές ἀπό τόν Θεό, ὅπως κάνουν οἱ κατά κόσμον πρέσβεις, πού μεταφέρουν τά μηνύματα τῶν κυβερνήσεών τους καί προσθέτουν καί αὐτοί τά δικά τους, γιά νά γίνουν ἀποδεκτά. Ὅταν προσευχώμεθα κι ὁ Ἄγγελός μας προσεύχεται! Πόσοι καί πόσοι ἅγιοι ἄνθρωποι κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς τους αἰσθανόντουσαν τούς Ἀγγέλους ἤ τόν φύλακα Ἄγγελο, τόν ἁγνό αὐτό ἀδελφό, πού μᾶς συνοδεύει παντοῦ, ὅπου κι ἄν πᾶμε! Πόση βοήθεια δεχόμεθα, χωρίς νά τό γνωρίζουμε! Λυτρωνόμεθα ἀπό πειρασμούς, παρηγορούμεθα, ξαστερώνει τό μυαλό μας μέ κάποιο γεγονός, βλέ-πουμε τό θαῦμα νά μᾶς σώζη καί ἀποροῦμε.
   Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς πρέπει νά ἔχουμε μεγάλη ἀγάπη καί εὐλάβεια σ’ αὐτούς τούς μεγάλους ἀδελφούς μας, νά τούς ἐπικαλούμεθα καί νά προσέχουμε μέ τά ἔργα μας νά μή τούς λυποῦμε. Νά μελετοῦμε τό ἔργο τους, διότι στήν ζωή τους οἱ Ἄγγελοι δέν ἔχουν ἄλλο ἔργο καί σκοπό, παρά τό νά κάνουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά προσεύχωνται ἀδιαλείπτως, νά Τόν ὑμνολογοῦν καί νά Τόν προσκυνοῦν. Κι ὁ Θεός ἀνταποκρίνεται μέ ὅλο περισσότερες ἀποκαλύψεις.
     Μά, καί τί δέν δέχονται ἀπό τόν Θεό! Κατά τόν Ἀββᾶ Ἰσαάκ τόν Σῦρο· «δέχονται συνεχῶς ἀποκάλυψι μυστηρίων, τά ὁποῖα βέβαια γιά μᾶς εἶναι τελείως ἄγνωστα. Ὅμως ὁ Θεός οὐδέποτε κενοῦται καί ἀκόμη δέν ἔκανε ἀρχή τῶν ἀποκαλύψεών Του καί τῆς κενώσεώς Του ἐπάνω στήν Δημιουργία!» Σκεφθῆτε τώρα νά ἔχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, πού ὁ Θεός συνεχῶς ἀποκαλύπτει καί προσφέρει τόν Ἑαυτόν Του στούς Ἀγ-γέλους! Ἄραγε, πότε θά κάμη ἀρχή καί πότε τέλος;
     Καί ἡ πληροφόρησις τῶν μυστηρίων αὐτῶν σύμφωνα μέ τόν ἅγιο  ἐκπέμπεται ἀπό τό ἕνα τάγμα στό ἄλλο καί προχωρεῖ μέχρι τό ἔνατο τάγμα. Μετά δέ διαβιβάζεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐδῶ κάτω στήν γῆ, δηλαδή στούς πρώτους ἐκ τῶν ποιμένων καί στούς κατόπιν, κατά τήν ἀναλογία τῆς πνευματι-κότητος, πού ἔχουν, καί φθάνει τελικά μέχρις ἡμῶν τῶν ἀναξίων. Ἐξ οὗ καί γράφονται τόσα βιβλία σχετι-κά μέ τήν θεολογία καί τήν δογματική.
    Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει ὅριο, δέν ἔχει μέτρο. Ὁ Θεός αὐτοδοξάζεται· δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν δόξα τῶν δημιουργημάτων Του, ἀλλά ἀπό ἄπειρη ἀγάπη ἐ-δημιούργησε ὄντα, γιά νά Τόν ἀπολαμβάνουν. Ἀναφέρεται στήν Γραφή, ὅτι ὁ Θεός εἶπε στόν Ἰώβ: Ὅταν ἐ-γεννήθησαν τά ἄστρα μέ μόνο τόν λόγο Του, καί τά εἶδαν οἱ ἄγγελοι, ἐθαύμασαν καί αὐθόρμητα ἔβγαλαν μεγάλη φωνή· «ἤνεσάν με μεγάλῃ τῇ φωνῇ». Δηλαδή οἱ ἄγγελοι ἐδοξολόγησαν τόν Θεό γιά τήν μεγαλοπρέ-πεια τῆς δημιουργίας τῶν ἀστέρων.  
    Τό κάθε ἀστέρι εἶναι ἕνα σῶμα ὑλικό μέ βαρύτητα. Καί ὅμως στέκεται στό κενό χωρίς κανένα στήριγμα. Κι ὅλα αὐτά τά οὐράνια σώματα εἶναι ἀμέτρητα σέ ἀρι-θμό καί κινοῦνται μέ ἀσύλληπτη ταχύτητα, χωρίς νά βλέπουμε ἀκριβῶς Αὐτόν, πού τά ἔχει δημιουργήσει καί τά ἔχει θέσει σέ λειτουργία. Σκεφθῆτε ὅτι ὅλα αὐτά τά φοβερά δημιουργήματα, αὐτοί οἱ κολοσσοί οἱ κρε-μάμενοι καί κινούμενοι στόν ἀέρα, οἱ ὁποῖοι φωτίζουν καί καλλωπίζουν τόν οὐράνιο χῶρο, ἐγένοντο μέ τόν Λόγον Του καί Ἐκεῖνος τά κατευθύνει.  Τούς ἔχει δώσει ὁ Θεός μιά τέτοια ἁρμονική κίνησι, πού κινοῦνται ὅπως στήν ἀρχή πού δημιουργήθηκαν, χωρίς νά ἔχουν παρεκτραπῆ στό ἐλάχιστο καί ἐργάζονται μέ ἐπιστημο-νική λεπτομέρεια καί μέ τέτοιο μηχανισμό, πού τά συγκροτεῖ, ὥστε νά διατηροῦνται καί νά μή ἀλληλοσυγκρούωνται, χάρις στήν Θεία Του Πρόνοια. «Τίς Θεός μέγας ὡς ὁ Θεός ἡμῶν! Μέγας εἶ Κύριε καί θαυμαστά τά ἔργα Σου καί οὐδείς λόγος ἐξαρκέσει πρός ὕμνον τῶν θαυμασίων Σου!», λέγει ἡ εὐχή τοῦ ἁγιασμοῦ.
    «Τίς γάρ ἔγνω νοῦν Κυρίου;» (Ἠσαῒας, 40, 13) Ποιός μπορεῖ νά γνωρίζη πῶς ἐργάζεται ὁ Ἄπειρος Θεός τόσο στόν οὐράνιο, ὅσο καί στόν ἐπίγειο κόσμο; Τό σύμπαν ὅλο, ὁ ὑλικός καί ὁ πνευματικός κόσμος εἶναι ἕνα μικρόβιο ἐμπρός στό ἄπειρον τοῦ Θεοῦ. Σκεφθῆτε ὅτι ἀ-κόπως τρέφει πᾶν ζῶον, τά κτήνη, τά ἑρπετά, τά θα-λάσσια ὄντα, τά πάντα. Γιά ἑκατομμύρια ζωϊκά πλάσματα, πού ἔχουν ζωή καί κίνησι, φροντίζει καί γιά ὅλα μεριμνᾶ. Γιά τά ἄνω, γιά τά κάτω, γιά τά καταχθόνια. «Ἐάν κατασκηνώσω στά βάθη τῆς θαλάσσης, Ἐσύ ἐκεῖ εἶσαι, ἐάν κατεβῶ στόν Ἅδη, πάλι ἐκεῖ βρίσκεσαι, ἐάν ἀνεβῶ στόν οὐρανό, ἐκεῖ θά Σέ δῶ· ἀπό τοῦ Προσώπου Σου καί ἀπό τοῦ Πνεύματός Σου, ποῦ φύγω; (Ψαλμ.138, 7-10) «Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας· ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς Σου!» (Ψαλμ. 103, 24) ἀναφωνεῖ ὁ προφητάναξ Δαυϊδ.
     Βλέπουμε ἐπίσης ὅτι ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ δέν σταμάτησε μόνο στήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί τῶν ἀγγέλων ἀλλά καί τοῦ ἀνθρώπου. Τοῦ ἔδωσε σχῆμα καί μορφή μέ τά χέρια Του καί μετά ἐνεφύσησε στό πρόσωπό του καί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε εἰς «ψυχήν ζῶσαν». Ἡ ψυχή του ὑπερέχει ἀπό τήν φύσιν τῶν ἀγγέλων, διότι ἐνῷ οἱ ἄγγελοι δημιουργήθηκαν μέ μόνο τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά ἰδιαίτερο τρόπο εἶναι ἡ πνοή τοῦ Θεοῦ. Ὁ τρόπος τῆς δημιουργίας της φανερώνει πόσο πολύτιμη εἶναι.
    Καί ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία ἀμυδρά εἰκόνα τοῦ Ὑπερτάτου Νοός, τοῦ ἀπείρου Θεοῦ. Τό ὅτι ἐπιμελήθηκε τόν ἄνθρωπο τόσο πολύ, φανερώνει τήν ἰδιαί-τερη προσοχή Του γι’ αὐτό τό πλᾶσμα του καί τήν ἀξία αὐτοῦ τοῦ δημιουργήματός Του, τό ὁποῖο θά καθιστοῦσε βασιλέα καί ἀφέντη σέ ὅλα τά ἄλλα δημιουργήματά Του. Γι’ αὐτό καί ἡ ὅλη δημιουργία τῆς κτίσεως, τόσο τῆς πνευματικῆς, ὅσο καί τῆς ὑλικῆς, ἦταν τό ἔργο τῆς Σοφίας καί τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Διότι ὅ,τι δημιούργησε ὁ Θεός ἐπάνω στήν γῆ, τά ἔκαμε γιά νά εὐχαριστήση τόν ἄνθρωπο!
     Βέβαια ὁ ἄνθρωπος δέν ἔμεινε στήν θέσι αὐτή, οὔτε ἔδειξε τήν εὐγνωμοσύνη του πρός τόν Θεό. Καί μετά τήν πτῶσι του, ἡ Θεία Δικαιοσύνη μέ πολύ πόνο καί ἄλγος ἐξώρισε ἀπό τόν Παράδεισο αὐτό τό ἐκλεκτό δημιούργημα. Καί μετά τήν ἐξορία ὁ ἄνθρωπος πελάγη-σε μέσα στήν ἁμαρτία, τήν ἀθεῒα, ἐλησμόνησε παντελῶς τήν ὕπαρξι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ἀπέδωσε τήν δημιουργία του στά κτίσματα, στά εἴδωλα κι ἐλάτρευε τήν κτίσι παρά τόν κτίσαντα. Ἡ ἀπέραντη Ἀγάπη ὅμως τοῦ Οὐρανίου Πατέρα του, τοῦ Θεοῦ, τόν παρακολουθοῦσε καί δέν τόν ἐγκατέλειψε.
    Τότε ἐκφράσθηκε καί πάλι ἡ παντοδυναμία τοῦ Θε-οῦ μέ κάτι πολύ οὐσιαστικώτερο καί βαθύτερο. Τί ἦταν αὐτό; Ἦταν τό ὅτι ὁ Θεός «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν», χαμήλωσε, ἄδειασε τόν Ἑαυτόν Του σέ μᾶς, γιά νά μᾶς πάρη μέσα Του. Ἦταν ἡ θυσία Του χάριν ἡμῶν τῶν ἀναξίων καί κατακρίτων ἀνθρώπων. Αὐτή ἡ θεότης, αὐ-τό τό πνεῦμα τό ἀπόλυτον προσωποποιήθηκε σέ ἕνα συγκεκριμένο ὑλικό καί πνευματικό σημεῖο, στό πρό-σωπο τοῦ Ἰησοῦ.
    Γιά ἕνα χοϊκό, γιά ἕνα παρήκοο, γιά ἕνα λιποτάκτη, γιά ἕνα ἕρμαιο τῶν παθῶν καί τῶν δαιμόνων κατέβηκε στή γῆ ὁλόκληρη ἡ Θεότητα καί κρεμάσθηκε ἐπάνω στόν Σταυρό. Ἡ θεότης εἶναι φοβερή· καί ὅπως ἀκα-τάληπτη εἶναι στήν φύσι Της καί ἄπειρη στήν ἔκτασί Της, ἔτσι ἄπειρες ἔχει καί ὅλες τίς ἰδιότητές Της. Λέγει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος· «Ὁ Θεός ἔλαβε σάρκα, ἔκρυψε τήν θεότητά Του, περιώρισε τό θεῖον πῦρ μέσα σ’ αὐτό τό μικρό σῶμα καί ἦλθε ἐπάνω στήν γῆ, γιά νά μπορέση καί ἡ γῆ νά βαστάξη τό πῦρ τῆς θεότητος. Διότι διαφορετικά θά κατεφλέγετο».
    Αὐτός ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού βγῆκε ἀπό τόν Πατέ-ρα, πού δημιούργησε τά πάντα, πού εἶπε τό· «Γενηθήτωσαν...καί ἐγένοντο», Αὐτός ὁ παντοδύναμος Υἱός τοῦ Θεοῦ «σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰωάν. Α’ ιδ’), ἔλαβε σάρκα, ἔγινε ἄνθρωπος, ἦλθε κοντά μας, μᾶς μίλησε γιά τόν Οὐράνιο Πατέρα Του καί «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ· διό καί ὁ Θεός Πατήρ Αὐτόν ὑπερύψωσε· καί ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων καί πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. Β’ 8-11).   
    Ὁ Θεός λοιπόν ἐνεδύθη τήν ταπεινοφροσύνη, πού δέν ἔχει ὅρια, κι ἔσκυψε καί πλησίασε τόν ἄνθρωπο. Ἀλλά καί πάλι ὁ ἄνθρωπος φάνηκε ἀχάριστος καί τόν ὁδήγησε ἐπάνω στόν Σταυρό! Καί μόνο τό ὅτι μέ τήν θυσία Του μπόρεσε νά ξεχρεώση τήν μεγάλη ποινή τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τῆς Θείας Δικαιοσύνης, δείχνει τήν δύναμί Του. Ἐν τῇ πανσοφίᾳ Του, ἐν τῇ δικαιοκρισίᾳ Του, ἐν τῇ ἐλεημοσύνῃ Του, ἐν τῇ ἀγάπῃ Του καί ἐν τῇ εὐσπλαχνίᾳ Του, ἀποφάσισε ὅτι μόνο, ἄν Αὐτός θυσια-ζόταν, ὁ ἄνθρωπος θά μποροῦσε νά ἐξιλεωθῆ. Ὑπέμεινε ὅλο τό μαρτύριο τῆς Σταυρώσεως καί ἔχυσε τό Πανάγιο Αἷμά Του γιά μᾶς. Ποιός μεγάλος αὐτοκράτορας ἐπάνω στήν γῆ, ἀπό ὅσους πέρασαν ἀνά τούς αἰῶνες ἄφησε τήν βασιλεία του κι ἔδωσε τόν ἑαυτό του γιά ἕνα σκλάβο ἔνοχο, γιά νά τόν ἐξιλεώση ἀπό τήν ποινή του! Κανένας. Νά γιατί εἶναι παντοδύναμος ὁ Θεός!    
    Καί ὅταν ὁ Χριστός ἀνέβαινε μέ τό σῶμα στούς οὐ-ρανούς κατά τήν Ἀνάληψί Του, οἱ Ἄγγελοι ἐθαύμαζαν καί ἔβλεπαν μέ μία ἄπειρη ἐπιθυμία καί ἀγάπη τόν Χριστό. Διότι ναί μέν ἀγαποῦσαν καί λάτρευαν τόν Θε-ό, ἐκεῖ πού βρίσκονται στήν δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλά μέχρι τήν ἐνανθρώπησί Του δέν Τόν εἶχαν δῆ σάν μιά ὀντότητα, γιά νά ἐκδηλώσουν ὅλη τήν ἀγάπη τους. Ἔ-τσι ὅταν εἶδαν τόν Χριστό νά ἀνεβαίνη πρός τά ἐπάνω, πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα Του, μέ μορφή μέν καί σχῆμα ἀνθρώπου, ἀλλά καί μέ κάλλος θεϊκό, ἔμειναν ἔκ-θαμβοι καί Τόν ὑπεδέχθησαν μέ ἀπέραντο θαυμασμό. Ἐδοξολόγησαν τότε τήν εὐσπλαχνία Του, γι’ αὐτό τό σοφό τέχνασμα, πού ἐπενόησε, τό νά πάρη μορφή ἀν-θρώπινη, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο καί δόθηκαν ὁ-λοκληρωτικά στήν θεωρία Του καί στήν ἀπόλαυσί Του.
    Ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔπεφτε, οἱ Ἄγγελοι δέν θά ἔβλεπαν καί τήν ἄλλη ὄψι τῆς ἀγάπης, τῆς εὐσπλαχνίας καί τῆς ταπεινώσεως τοῦ Θεοῦ. Γιατί μέχρι τότε γνώριζαν τό αὐστηρόν τοῦ Θεοῦ, πού ἐτιμώρησε τό ἐκ-πεσόν τάγμα τῶν ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι κατήντησαν νά γίνουν δαίμονες. Ἔτσι, ὅταν Τόν εἶδαν χάριν τῆς πτώσεώς μας νά γίνεται ἄνθρωπος, νά γίνεται ἐξιλαστήριος θυσία, Τόν ἀγάπησαν δέκα φορές περισσότερο μέ τρελλή ἀγάπη καί πλούτισαν τίς γνώσεις τους περί τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν πεῖρα δέ πού εἶχαν ἀποκτήσει, ὅταν εἶδαν τήν πτῶσι τοῦ ἑωσφόρου καί ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἀν-θρώπου, εὐεργετήθηκαν, στερεώθηκαν κι ἔγιναν πολύ δυνατοί καί ἄπτωτοι κοντά στόν Θεό.
    Ὁ Θεός βλέπει καί τούς δαίμονες, πού εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν κακῶν, νά Τόν βλασφημοῦν ἀδιαλείπτως. Κι ὅμως αὐτά τά ὄντα, πού Ἐκεῖνος ἐδημιούργησε, δέν τά ἐξαφανίζει, δέν τά ἐκμηδενίζει, ἀλλά τά ἀφήνει νά Τόν βλασφημοῦν. Αὐτή εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ! Ὅσο πιό ταπεινός ἀποκαλύπτεται, τόσο περισσότερο δοξάζεται ἀπό ἐκείνους τούς ἁγίους, πού ἔχουν  μάτια πνευματικά νά Τόν θαυμάζουν καί νά ἔρχωνται σέ θεωρίες καί νά βλέπουν ὅλα αὐτά τά μυστήρια. Καί λέγει ὁ Εὐαγγε-λιστής Ἰωάννης· «καί θεασόμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰωάν. Α’ ιδ’).
     Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος μεταξύ ἄλλων θεωριῶν ὁμιλεῖ γιά τήν θεογνωσία καί ἀπορεῖ λέγοντας· «Ἄραγε, προτοῦ νά κτίση ὁ Θεός τόν κόσμο αὐτό τί νά προϋπῆρχε; Ἄλλος κόσμος; Πρίν, τί νά εἶχε δημιουργήσει ἐν χρόνῳ καί τί εἶχε τελειώσει ὁ Θεός; Ἐκ τοῦ μηδενός ἔ-καμε τά πάντα. Πῶς μέ τόν λόγον ἦλθαν τόσα πράγματα σέ ὑπόστασι!» Τί ἀκαταληψία Θεοῦ! Κανείς λόγος δέν φθάνει, γιά νά ἐξυμνήση ἐπαξίως τό θαυμαστόν Ὄνομά Του! «Τί ἀνταποδώσομεν τῷ Κυρίῳ περί πάντων;» Κι ὅμως ὅλοι μας ἐπάνω σ’ αὐτήν τήν γῆ, λίγο πολύ εἴμεθα ἀχάριστοι, ἐνῷ Ἐκεῖνος ποικιλοτρόπως μᾶς δείχνει τήν Πρόνοιά Του καί τήν Ἀγάπη Του.
    Λέγει πάλι ὁ προφητάναξ Δαυῒδ στόν (103) Ψαλμό· «Ἀνοίξαντός σου τήν χεῖρα τά σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος· ἀποστρέψαντος δέ σου τό πρόσωπον ταραχθήσονται. Ἀντανελεῖς τό πνεῦμα αὐ-τῶν καί ἐκλείψουσι καί εἰς τόν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέ-ψουσιν· ἐξαποστελεῖς τό πνεῦμά σου καί κτισθήσονται καί ἀνακαινιεῖς τό πρόσωπον τῆς γῆς. Ἤτω ἡ δόξα Κυρίου εἰς τούς αἰῶνας, εὐφρανθήσεται Κύριος ἐπί τοῖς ἔργοις  Αὐτοῦ!...» Ὅταν ὁ Θεός προσφέρη τήν χρηστότητά Του, τά σύμπαντα, δηλαδή τό σύμπαν καί τό ὑπερσύμπαν, ὁ ὑλικός καί ὁ νοητός κόσμος πληροῦνται τῆς χρηστότητος καί τῆς ἀγαθότητός Του. Καί ἡ χρηστότητα αὐτή εἶναι ἡ καλοσύνη Του, ἡ εὐσπλαχνία Του καί οἱ δωρεές Του.
   Ὅταν ἡ χρηστότης αὐτή τοῦ Θεοῦ ἁπλώνεται ἐδῶ στόν ὑλικό κόσμο, βλέπουμε τήν ἡμέρα ἡλιόλουστη, βλέπουμε τήν καρποφορία τῆς γῆς, ἀπολαμβάνουμε τά ἄνθη πού εὐωδιάζουν καί τά φυτά, πού ἔχουν καρπό, βλέπουμε τά ρυάκια, τά κρύα νερά, τίς χαράδρες, τά βουνά, τά χωράφια, τά ζῶα· ὅλα πανέμορφα. Ὅταν ὅμως ἀποστρέφη τό Πρόσωπόν Του καί θέλη ἤ νά μᾶς παιδεύση ἤ νά μᾶς δοκιμάση, γίνεται ἕνας σεισμός, γίνεται ἕνας ἀνεμοστρόβιλος, γίνεται ἕνας κυκλώνας καί βλέπεις τά πάντα νά ἰσοπεδώνωνται.
   Ἔτσι συμβαίνει καί πνευματικά. Ὅσο ἐμεῖς εἴμεθα στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ καί προσπαθοῦμε νά πράττουμε τίς ἐντολές Του, ὑπακούοντας στό θέλημά Του τό ἅγιο, δεχόμεθα τήν θεία Χάρι. Ἡ Χάρις ἐρχομένη, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀλλοιώνεται. Ὅταν ἡ Δεξιά τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάση στήν καρδιά καί στόν νοῦ, ὁ ἄνθρωπος γίνε-ται θεοειδής, δηλαδή ἔρχεται σέ μία κατάστασι θεωρίας τοῦ Θεοῦ καί γίνεται ἐκτός ἑαυτοῦ. Ἀνοίγεται ὁ νοῦς καί δέχεται μέσα συνεχῶς διάφορα μυστήρια. Ἡ θεολογία ἁπτομένη τοῦ νοῦ, τόν κάνει πραγματικά ἀγγελικό οὐρανό. Ἡ δέ καρδιά ἀρχίζει νά προγεύεται τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί νά ἐντρυφᾶ στήν θεία μακαριότητα. Καί ὄχι μόνον ἡ καρδιά ἀλλά καί αὐτό τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου συναπολαμβάνει τήν θεϊκή χρηστότητα.
    Ὅταν ὅμως ἁμαρτήση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί λυπή-ση τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ χρηστότης τοῦ Θεοῦ αἴρεται, σηκώνεται καί τότε ἡ ψυχή ἔρχεται σέ πολύ δύσκολη καί στενόχωρη κατάστασι. Γιατί ἡ στέρησις τῆς Χάριτος φέρνει τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ στό πνευματικό σκότος καί σέ κατάστασι μεγάλης πνευματικῆς δυσφορίας καί δαιμονικῆς δυσκολίας. Ὅταν βέβαια μετανοήση ὁ ἄνθρωπος, ἀναγνωρίση τήν πτῶσι του καί ἀναζητήση πάλι τόν Θεό, ὁ Θεός μέ τό φῶς Του ξαναέρχεται, ξανακτίζει τήν καρδιά καί τόν νοῦ, τόν ἐπαναφέρη στήν πρώτη του κατάστασι κι ἐνδεχομένως σέ ἀκόμη καλύτερη, γιατί ἔχει πλουτισθῆ μέ τήν αὐτογνωσία. Ἀνακτᾶ τήν προτέρα δόξα καί περισσότερη, ἀνασυγκροτεῖται, ἀναπλάθεται καί ἀναγεννᾶται, διότι ἐπέστρεψε ἐν ταπεινώσει.
    Ἀποροῦμε· μά πῶς ὁ Θεός ἀνέχεται ὅλες τίς κακές πράξεις, πού κάνουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι; Σκεφθῆτε αὐτός ὁ ἀκοίμητος ὀφθαλμός τί βλέπει νύκτα καί ἡμέρα στόν κάθε ἄνθρωπο καί πόσο ἄπειρη μακροθυμία ἔχει! Ἐλάχιστοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, πού Τόν εὐαρεστοῦν καί Τόν ἀναπαύουν. Ὅλοι οἱ ἄλλοι κατά 99.9% Τόν βλασφημοῦν, ἀσεβοῦν, δέν Τόν  πιστεύουν, Τόν ὑβρίζουν, Τόν καταριοῦνται καί τόσα ἄλλα. Ὅλα αὐτά τά γνωρίζει. Κι ὅμως ἐπειδή ὁ Θεός ἔχει ἄπειρη ἀγάπη, ἄπειρη εὐσπλαχνία, ἐλεημοσύνη, μακροθυμία κι ἀνεκτικότητα, δέν τερματίζει τήν ζωήν των, γιά νά παύσουν νά ἀσεβοῦν πρός τήν ἄχραντη καί ἀξιοσέβαστη θεότητά Του.
    Ἐν συνεχείᾳ ἔχουμε τό τρίτο μέρος τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου τό· «Ἅγιος Ἀθάνατος...» Οἱ Ἄγγελοι βλέποντας τά τρομερά σέ κάλλος καί θεία πολυτέλεια οὐράνια πράγματα, ὑμνολογοῦν καί δοξάζουν τόν Θεό. Καί ἐν-θουσιασμένοι ἀπό ὅλες αὐτές τίς γνώσεις καί αὐτά τά μεγαλεῖα, πέφτουν σέ ἔκστασι, γιατί δέν μποροῦν νά ἀντέξουν τήν ὀμορφιά τῆς ταπεινώσεώς Του καί τά μυστήρια, πού τούς ἀποκαλύπτονται ἀπό ἀμνημονεύτων αἰώνων. Ἔτσι δοξάζουν ἀκαταπαύστως τήν ἀθανασία τοῦ Θεοῦ, τό ὅτι ποτέ δέν πεθαίνει, ποτέ δέν ἔχει τέλος ἡ ἔκτασις τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Καί ἐφ’ ὅσον ὁ Θεός δέν πεθαίνει, κι ἐμᾶς μᾶς ἔκανε ἀθανάτους. Ὁπότε ὅλοι μαζύ Θεός, Ἄγγελοι καί ψυχές ἀνθρώπων θά εἶναι ἀθάνατοι, σέ μία ἀθάνατη καί αἰώνια ζωή, μέσα σέ ἕνα πλοῦτο καί μία ἄπειρη βασιλεία.
    Ἅγιος Ἀθάνατος! Ναί, εἶναι καί ἀθάνατος. Δέν ἔχει οὔτε ἀρχή οὔτε τέλος. Ἔχει ζωή καί ἔδωσε ζωή. Ἔχει ἀ-θανασία καί ἔδωσε ἀθανασία στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί στούς Ἀγγέλους.
    Σ’ αὐτόν τόν ἀγγελικό ὕμνο ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι προσθέσαμε τό· «ἐλέησον ἡμᾶς». Οἱ Ἄγγελοι δέν τό λένε. Ἐμεῖς τό λέμε αὐτό, γιατί εἴμεθα ἁμαρτωλοί, γιατί νοιώθουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας.
   «Ναί, Σέ ὑμνοῦμε Θεέ μας, γιατί εἶσαι Ἅγιος, εἶσαι Ἰ-σχυρός, εἶσαι Ἀθάνατος, ἀλλά καί Σέ παρακαλοῦμε νά δώσης καί σέ μᾶς ἔλεος. Κάνε ἐλεημοσύνη καί σέ μᾶς, συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μας, παράβλεψε ὅλα τά σφάλματά μας, φέρε μας στόν δρόμο Σου, δός μας κάλλος καί ὀμορφιά ψυχική, νά ἔλθουμε κι ἐμεῖς στούς οὐρανούς, νά δοῦμε πῶς Σέ ὑμνοῦν οἱ Ἄγγελοι, πῶς Σέ ἐννοοῦν Ἅγιο, πῶς Σέ βλέπουν Ἰσχυρό, πῶς σέ αἰσθάνονται Ἀθάνατο». Ἀμήν. Γένοιτο.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΕΦΡΑΙΜ  ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ  ΙΕΡΑΣ  ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ  Ο Μ Ι Λ Ι Α Ι  ΤΟΜΟΣ  Β΄
ΕΚΔΟΣΙΣ: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΑΓΙΟΝ  ΟΡΟΣ



   












Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού