Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής επιστολές του γέροντα Ιωσήφ - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής επιστολές του γέροντα Ιωσήφ

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·


Μίαν φορὰν βαδίζων τὴν νύκτα – οὖσα πανσέληνος - ἐπήγαινα εἰς τὸν Γέροντα νὰ εἰπῶ τοὺς λογισμοὺς καὶ νὰ κοινωνήσω. Ἀφοῦ ἔφθασα, ἐστάθην ὀλίγον μακρὰν ἀπεπάνω εἰς ἕνα βραχάκι, νὰ μὴν τοὺς ἀνησυχήσω τὴν νοερὰν ἀγρυπνίαν τους. Καὶ καθήμενος καὶ εὐχόμενος νοερῶς ἤκουσα μία γλυκεῖαν φωνήν, ὅπου ἐκελαϊδοῦσε ἕνα πουλί. Θὰ ἦτον ὥρα τέσσαρες τῆς νυκτός. Καὶ ἡρπάγη ὁ νοῦς μου εἰς τὴν φωνήν. Καὶ ἠκολούθουν ὀπίσω νὰ ἰδῶ ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ πουλί. Καὶ προσεκτικὰ παρετήρουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Ὅπου ἐρευνώντας εἰσῆλθον εἰς ἕνα ὡραῖον λιβάδι. Καὶ προχωρῶν, ἧτον χιονόλευκος δρόμος μὲ ἀδαμάντινα καὶ κρυστάλλινα τείχη. Μέσον δὲ ἀπὸ τὰ τείχη ἦτον ἄνθη πολυποίκιλα καὶ χρυσόχρωμα, ὅπου ὁ νοῦς μου ἀλησμόνησε τὸ πουλὶ καὶ ὅλος ἠχμαλωτίσθη εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ Παραδείσου ἐκείνου. Καὶ προχωρῶν, ἧτον ἕνα παλάτι ὑψηλὸν καὶ θαυμάσιον, ἐκπλῆττον νοῦν καὶ διάνοιαν. Καὶ εἰς τὴν θύραν ἵστατο ἡ Παναγία μας βαστάζουσα ὡς βρέφος τὸν γλυκύτατον Ἰησοῦν εἰς τὴν ἀγκάλην της. Ὅλη ὡσεὶ χιὼν κατάλευκος καὶ ἀπαστράπτουσα. Καὶ προσεγγίσας ἐγὼ ἠσπασάμην ὡς ἐν ἀπείρῳ ἀγάπῃ. Καὶ ὡς βρέφος μὲ ἐνηγκαλίσθη καὶ κάτι μὲ εἶπε. Δὲν ἀλησμονῶ τὴν ἀγάπην, ὅπου μὲ ἔδειξεν ὡς γνησία Μητέρα. Τότε χωρὶς φόβον ἢ συστολὴν ἦλθον πλησίον της, καθὼς πλησιάζω εἰς τὴν εἰκόνα της. Καὶ ὅ,τι κάμνει ἕνα μικρὸ καὶ ἀθῶον παιδάκι, ὅταν ἰδῇ τὴν γλυκειά του μαννούλα, τὰ ὅμοια καὶ ἐγώ. Πῶς δὲ ἔφυγα ἀπὸ κοντά της μήτε τώρα δὲν τὸ γνωρίζω, καθότι ὁ νοῦς μου ἄνωθεν εἶχεν ὅλος
καταποθῆ. Κἀκεῖθεν ἀναχωρήσας ἀπὸ ἄλλην ὁδὸν ἦλθον πάλιν εἰς τὸ λιβάδι. Ὅπου ἧτον κατοικία ὡραία. Καὶ μοὶ ἔδωκαν εὐλογίαν τινὰ καὶ μὲ εἶπαν ὅτι ἐδῶ εἶναι ὁ κόλπος τοῦ Ἀβραάμ· καὶ εἶναι συνήθεια, ὅποιος διέλθῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, νὰ τὸν δίδομεν εὐλογίαν. Καὶ οὕτως παρῆλθον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθον εἰς τὸν ἑαυτόν μου. Καὶ ἥμην πάλιν εἰς τὸ βραχάκι ἀκουμπισμένος.Καὶ ἀφήσας τὸν σκοπὸν ὅπου πήγαινα ἐκατέβην νὰ προσκυνήσω περιχαρὴς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας εἰς τὴν Σπηλιὰν τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου· διότι εἶχον πολλὴν εὐλάβειαν εἰς αὐτήν. Καὶ εἶχον καθήσει ἕξι μῆνες ἐκεῖ εἰς τὴν ἀρχὴν δι᾿ ἀγάπην της καὶ ἄναβα τὸ καντήλι. Νύκτα-ἡμέρα αὐτὴ ἡ ἀδολεσχία μου. Λοιπόν, καθὼς ἥμην ὅλως αἰχμάλωτος ἐκείνην τὴν νύκτα εἰς τὴν θείαν ἀγάπην, ἐκατέβην νὰ τὴν εὐχαριστήσω. Καὶ μόλις ἐμβῆκα καὶ τὴν προσκύνησα - ἐστάθην ἀντίκρυ καὶ τὴν ὡμιλοῦσα εὐχαριστώντας - ἐξῆλθε τόση πολλὴ εὐωδία, ὡσὰν μία ἀναπνοὴ δροσοβόλος ἀπὸ τὸ γλυκύτατον στόμα της, ὅπου ἐγέμισεν ἡ ψυχή μου καὶ ἔγινα ἄφωνος εἰς δευτέραν ἔκστασιν ὥραν πολλήν. Καί, ὅταν ἀσηκώθηκαν νὰ ἰδοῦν τὰ καντήλια ὁ ἐκκλησάρης, ἐγὼ ὡς ἔξαλλος ἔφυγα, μὴν ἐννοήσῃ αὐτὸς τίποτε ἢ καὶ ἀρχίσῃ νὰ μὲ ἐρωτᾷ.

«ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ», ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου τοῦ Ἁγ. Ὅρους.




Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού