ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ<< Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΜΟΣ Β΄>> - ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ - ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ

Αναζήτηση
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ<< Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΜΟΣ Β΄>>

Δημοσιεύθηκε από σε ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ·


 ΟΜΙΛΙΑ Ζ’
«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»

Τό Πανάχραντον καί Πανάγιον Πνεῦμα νά φωτίση τό σκότος μου, γιά νά σᾶς πῶ λίγα πράγματα γιά τήν πανέμορφη ἀρετή τῆς προσευχῆς καί τῆς καθαρότητος τῆς ψυχῆς.
Προσευχή εἶναι ἡ συνομιλία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα. Κι ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ Θεός εἶναι πάνω ἀπό πνεῦμα. Κι ἑπομένως βάσει τῆς φύσεώς Του ὁ Θεός εἶναι τόσον ἁπλωμένος, τόσον διάχυτος παντοῦ, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἠμπορεῖ ἀνά πᾶσαν στιγμήν νά εἶναι μαζύ Του καί μέ τό πνεῦμα τῆς πίστεως νά Τόν βλέπη καί νά ὁμιλῆ μαζύ Του. Κανένα πρόσωπο δέν μᾶς εἶναι τόσον πλησίον, τόσο κοντά μας, ἀδιάλειπτα, ὅσο τό Πρόσωπον τοῦ Θεοῦ. Μεγάλη τιμή εἶναι γιά ἕναν ἄνθρωπο τό νά ἔχη παρρησία καί νά ἀξιώνεται νά ὁμιλῆ μέ κάποιο ἐπίσημο πρόσωπο ἐδῶ ἐπάνω στήν γῆ καί θεωρεῖ τόν ἑαυτό του σπουδαῖο, γιατί ἔχει αὐτήν τήν σχέσι καί τήν φιλία. Πάνω ὅμως ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους καί τούς ἀγγέλους εἶναι ὁ Θεός. Καί ὅλοι μας ἀξιωνόμεθα νά ἔχουμε αὐτήν τήν τιμή, νά ὁμιλοῦμε μαζύ Του καί νά Τόν βλέπουμε μέ τά μάτια τῆς πίστεως.
Ὅλη ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, τά τροπάρια, τά δοξαστικά εἶναι προσευχές. Ἀλλά ἡ οὐσιαστικώτερη ἀπό ὅλες αὐτές τίς προσευχές εἶναι αὐτή ἡ μικρή προσευχούλα, ἡ ὁποία καλεῖται νοερά προσευχή καί συνοψίζεται στίς πέντε λέξεις: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Μέ αὐτήν τήν μικρή προσευχούλα μποροῦμε νά ἐπικοινωνοῦμε μέ τόν Θεό συνεχῶς, ἀδιαλείπτως, ἀκατάπαυστα. Αὐτό μᾶς παραγγέλλει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε». (Α΄ Θεσσαλ. 5, 18) Αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἀσκηταί τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων ζοῦσαν μέσα σέ σπηλιές ἤ στίς ἐρήμους, σέ πολύ ἀπομακρυσμένα μέρη ἀπό τόν κόσμο. Ἐκεῖνα τά χρόνια δέν ὑπῆρχαν ἐκδόσεις βιβλίων, ὅπως σήμερα, κι ἑπομένως δέν εἶχαν πολλά πράγματα νά διαβάσουν. Μέ τί ἀδολεσχοῦσαν ὅμως νύχτα καί μέρα μέσα στήν ἔρημο; Εἶχαν τό Πανεπιστήμιο τοῦ Σύμπαντος. Ἀπό τό αἰτιατόν τοῦ σύμπαντος ἀνέβαιναν στήν θεωρία τῆς Αἰτίας, τόν Θεό. Ἕνας ἀσκητής περπατοῦσε κάποια μέρα καί εἶδε ἕνα πολύ ὄμορφο λουλούδι. Τό χτύπησε μέ τό μπαστουνάκι του καί τοῦ εἶπε: «Μή φωνάζης τόσο πολύ!» Μέ αὐτό ἤθελε νά δείξη ὅτι αὐτό τό λουλούδι μιλοῦσε πολύ γιά τήν σοφία τοῦ Θεοῦ.  Ἐάν λοιπόν ἕνα τόσο μικρό πραγματάκι ἦταν τόσο ἐπιστημονικά φτιαγμένο, πόσο ὄμορφος εἶναι ὁ Θεός, ὁ Δημιουργός του!
Ἔλεγαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὅτι ὅλα τά δημιουργήματα ὁμιλοῦν τό κάθε ἕνα μέ τήν δική του τήν φωνή. Καί γιά νά φθάση ὁ ἄνθρωπος σ’αὐτήν τήν δυνατότητα, νά ἀκροασθῆ τήν φωνή τῶν δημιουργημάτων, πρέπει νά ἔχη καθαρισθῆ ὅλος ὁ ἑαυτός του, ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του διά τῆς ἀσκήσεως.
Ὁ Μέγας Ἀρσένιος ἦταν κατά κόσμον πολύ μορφωμένος καί μεγάλος φιλόσοφος. Κατόπιν ὅμως πῆγε στήν ἔρημο, ἀπομονώθηκε ἐντελῶς καί ἐμόνασε πολύ αὐστηρά, γιά νά καθαρίση τήν καρδιά του. Δέν μιλοῦσε μέ ἀνθρώπους καί δέν τόν ἔβλεπε κανείς. Κι ὅμως αὐτός ὁ πολύ σοφός κατά κόσμον, μέ τήν ἄσκησι καί τήν ἀπομόνωσι δέχθηκε καί ἐγνώρισε τήν φιλοσοφία τοῦ Πνεύματος, ἡ ὁποία ἦταν ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη καί πνευματικώτερη ἀπό τήν κατά κόσμον σοφία. Στόν βίο του ἀναφέρεται ὅτι ἀπό τό βασίλεμα τοῦ ἡλίου σήκωνε τά χέρια του στήν προσευχή καί τά κατέβαζε τήν ἄλλη ἡμέρα τό πρωἳ, ὅταν ὁ ἥλιος χτυποῦσε στό πρόσωπό του! Ὅλη τήν νύχτα τά εἶχε σηκωμένα. Μά, πῶς στερεώνονταν στόν ἀέρα τά χέρια του; Φυσιολογικά εἶναι πάρα πολύ δύσκολο. Κι ὅμως μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ κανένα πρᾶγμα δέν εἶναι ἀκατόρθωτο. Ὅλος ὁ νοῦς κι ὅλη ἡ καρδιά τοῦ Ἀββᾶ Ἀρσενίου βρισκόταν δι’ ἁρπαγῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν θεωρία καί ἐμυεῖτο στά οὐράνια ἀγαθά· ἐπικοινωνοῦσε ἄμεσα μέ τόν Θεό.
Ἀπό τήν περίπτωσι αὐτή καταλαβαίνουμε, ὅτι γιά νά ἑνωθῆ κανείς μέ τόν Θεό οὐσιαστικά καί μέ ἐπιτυχία, χρειάζεται νά διαχωρίση λίγο τόν ἑαυτόν του ἀπό ἀνθρώπους κι ἀπό ὑποθέσεις καί μέσα στό πνεῦμα τῆς διανοητικῆς ἡσυχίας νά μπορέση μέσῳ τῆς προσευχῆς, νά ἐπικοινωνήση μέ τήν πηγή πάσης εὐτυχίας, τόν Θεό. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτός, πού διευθύνει τήν ὅλη λειτουργία τοῦ πνεύματός του. Ἐάν ὁ νοῦς καθαρισθῆ ἀπό ἀκαθάρτους λογισμούς, πού τόν μολύνουν, τότε καί ἡ καρδιά του σύν τῷ χρόνῳ ἀποκτᾶ τήν καθαρότητα.
«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄, 8). Καί ἐπειδή ὁ Θεός δέν εἶναι ἀνθρωπόμορφος, γιά νά μπορῆ κάποιος νά Τόν ἰδῆ  μέ τά ὑλικά μάτια, γνωρίζεται στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, κατά τρόπον μυστικόν, κατά τρόπον ἀπόρρητον, ὅταν αὐτή καθαρισθῆ. Ὅταν ὁ χριστιανός προσεύχεται σωστά, μέ νοῦ ἀμετεώριστο, δηλαδή ὁ νοῦς του μέ ταπείνωσι εἶναι ἐντοπισμένος στήν ἔννοια τοῦ λεγομένου, στήν ἔννοια τῆς προσευχῆς, τότε ἀρχίζει νά ἀντιλαμβάνεται τούς καρπούς τῆς προσευχῆς. Καί ἡ κατάληξις, ὁ καρπός μιᾶς ταπεινῆς προσευχῆς εἶναι νά φθάση ὁ ἄνθρωπος σέ πένθος καί σέ δάκρυα ἤ μετανοίας ἤ πολλῆς χαρᾶς καί ἀγάπης Θεοῦ.
Οἱ νηπτικοί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μᾶς ὁμιλοῦν πάρα πολύ γιά τήν νοερά προσευχή. Μᾶς λέγουν ὅτι κανένα ἄλλο μέσον δέν καθαρίζει τήν καρδιά ὅσο ἡ νῆψις. Ὅταν ὁ νοῦς ἐπισκοπῆ καί διά τῆς προσοχῆς εἶναι ἀπηλλαγμένος ἀπό τόν μετεωρισμό καί τίς ἐπιθέσεις κακῶν λογισμῶν, ἡ καρδιά ἀπαλλάσσεται ἀπό τά πάθη. Ὅταν τά πάθη εἶναι ριζωμένα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί οἱ ρίζες τῶν παθῶν τήν ἔχουν περιπλέξει κατά ἄσχημο τρόπο, τότε εἶναι πολύ δύσκολη ἡ κάθαρσις.
Ἡ φαντασία εἶναι τό πλοκάμι, πού ἁπλώνεται ἄσχημα παντοῦ. Εἶναι τό μάτι τό ἐσωτερικό τοῦ νοός, πού εἰσέρχεται σέ ἀπίθανα πράγματα, σέ τολμηρότατα πράγματα. Κι ἀπό κεῖ ἀρχίζει κάθε βρώμικη πρᾶξις. Τά μεγαλύτερα ἁμαρτήματα γίνονται ἀπό τό φανταστικό. Ὅσα οἱ πέντε αἰσθήσεις τοῦ σώματος ἀπό ἀπροσεξία ἐπεσσώρευσαν στόν νοῦ - πρόσωπα, πράγματα, ἄσχημες εἰκόνες - αὐτά ὅλα εἶναι δηλητήριο, πού κατεβαίνει στήν καρδιά καί ἀπό τήν καρδιά ἡ δηλητηρίασις αὐτή ἁπλώνεται σέ ὅλο τό εἶναι τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι γίνεται κανείς ἐμπαθής, ἀκάθαρτος, ἁμαρτωλός καί δέν ἔχει παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ἐάν ὁ πνευματικός ἄνθρωπος δέν τιθασσεύση αὐτήν τήν αἴσθησι τῆς φαντασίας, δέν μπορεῖ νά κατορθώση πνευματική κατάστασι. Ἡ νῆψις εἶναι αὐτή πού  φρουρεῖ τήν φαντασία, ἀποκλείει τίς εἰκόνες, πού γεννοῦν τούς κακούς λογισμούς καί διατηρεῖ τόν νοῦ καθαρό. Ὅταν δέν ὑπάρχουν εἰκόνες καί δώση ὁ ἄνθρωπος σωστή ἐργασία στόν νοῦ μέ προσευχή, τότε γίνεται σωστή ἐπικοινωνία τοῦ νοῦ μετά τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι μικρός ὁ ἀγώνας. Δέν εἶναι τόσο εὔκολο, ὅπως τό λέμε ἐδῶ, γιατί ὁ νοῦς δέν σταματᾶ καθόλου τήν λειτουργία του. Ὅμως ὅ,τι τοῦ δώσουμε, ἐκεῖνο καί θά δουλέψη μέσα μας. Εἶναι σάν τό μύλο, πού ἐργάζεται. Ἄν ὁ μυλωνᾶς ρίξη σιτάρι, σιτάρι θά ἀλέση. Ἄν πάη κάποιος ἄλλος καί ρίξη σκύβαλα, σκύβαλα θά ἀλέση. Ἑπομένως ὅ,τι ἐπιτρέψουμε στόν νοῦ νά δεχθῆ μέσα του, ἀνάλογο θά εἶναι καί τό ἀποτέλεσμα.
Γι’αὐτό θά χρειασθῆ νά φρουρήσουμε τόν νοῦ μέ προσευχή, μέ φόβο Θεοῦ καί μέ σοφία, ὥστε ὅταν μᾶς προσβάλλουν οἱ κακοί λογισμοί καί οἱ εἰκόνες οἱ ἁμαρτωλές, νά ἔχουμε ἐπιστρατεύσει ὅλη τήν προσοχή τοῦ νοός. Διότι ὅταν τίς ἀποδεχώμεθα, δημιουργοῦνται πολλά ἄσχημα πράγματα, τά ὁποῖα μᾶς ἀναστώνουν ἐσωτερικά. Ἀντίθετα ὅταν τίς ἐμποδίζουμε, δέν ὑπάρχει οὐδεμία ἀνησυχία στόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο. Ὅταν τηρηθῆ ὁ νοῦς καθαρός καί ἀποκλεισθῆ ὁ διάβολος καί ἡ ἁμαρτία, τότε τό ἐσωτερικό σπίτι τῆς καρδιᾶς καί τῆς ψυχῆς μας θά εἶναι σέ καλή κατάστασι.
Ὅπως φερ’ εἰπεῖν, ὅταν ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας εἶναι στόν δρόμο, στήν λεωφόρο. Ὁ ὁποιοσδήποτε μπορεῖ νά χτυπήση τήν πόρτα, ἀκόμη κι ἕνας ἀλήτης καί νά ζητήση νά μπῆ μέσα. Ὅταν δέν τοῦ ἀνοίξουμε, δέν τοῦ ἀπαντήσουμε, δέν ἔγινε τίποτε σπουδαῖο. Ἐάν ὅμως δέν προσέξουμε καί δέν ἐξετάσουμε ποιός χτυπάει ἤ μᾶς ξεγελάση μέ τήν θεωρία του καί μέ τά λόγια του καί τοῦ ἀνοίξουμε, ἀπό κεῖ καί πέρα ξεκινάει ὁ κόπος, ὁ μόχθος καί ὁ ἀγώνας, γιά νά τόν βγάλουμε ἔξω ἀπό τό χώλ. Κι ἄν τόν ἀφήσουμε νά προχωρήση καί βαθύτερα, ὁ κόπος θά εἶναι ἀκόμα μεγαλύτερος. Μπορεῖ αὐτός ὁ κακός ἄνθρωπος νά δέση τόν οἰκοδεσπότη χειροπόδαρα καί νά γίνη κύριος τοῦ σπιτιοῦ.
Ἔτσι κι ὁ κακός λογισμός. Χτυπάει τήν πόρτα τοῦ νοός καί θέλει νά μπῆ μέσα. Ὅταν δέν ἔχουμε προσοχή κι ἀρχίσουμε νά συζητᾶμε μαζύ του, εἶναι σάν νά τοῦ ἀνοίξαμε τήν πόρτα. Μᾶς ἔρχεται μία σκέψις ἁμαρτωλή γιά ὁποιαδήποτε περίπτωσι. Ὅταν δέν ἔχουμε τήν προσοχή, δέν ἔχουμε τήν νῆψι, δέν ἔχουμε τήν φρούρησι τοῦ νοῦ, θά ἀφήσουμε τόν λογισμό νά μπῆ μέσα καί νά μᾶς δημιουργήση εἰκόνα, πρόσωπο, πρᾶγμα, σκηνή κ.λ.π. Κι ἀπό ὅσα θά εἶχε δῆ ὁ ἄνθρωπος ἤ θά εἶχε γευθῆ ἤ θά εἶχε ψηλαφήσει στό παρελθόν μέ τίς πέντε αἰσθήσεις, ἀρχίζει νά πληγώνη τόν νοῦ. Καί ἐάν πάλι ἀμελήση, τό πρᾶγμα γίνεται πιό δυνατό. Θά ἐρεθίση τήν καρδιά καί θά δημιουργήση μολυσμό. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν ἔχη δώσει τό δικαίωμα στόν διάβολο σέ κάποιο πάθος, δέν εἶναι τόσο εὔκολο ὁ διάβολος νά ἐπιστρέψη αὐτό τό δικαίωμα. Μέ πολλή μανία τό δι-εκδικεῖ, διότι λέει: «Ἐγώ ἔκανα τόσο κόπο νά κερδίσω αὐτό τό δικαίωμα σ’ αὐτήν τήν ψυχή!» Τότε ὁ ἀγώνας εἶναι μεγάλος γιά νά θεραπευθῆ ἡ ψυχή.
Γι’ αὐτό λέγουν οἱ πατέρες ὅτι τά πάθη συγγηράσκουν καί συναποθνήσκουν μετά τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι συμβαίνει νά βλέπουμε καί νά ἀποροῦμε, πῶς ἄνθρωποι σέ μεγάλη ἡλικία κάνουν ἄσχημα πράγματα. Αὐτό δείχνει ὅτι, ὅταν ἦταν στά νειᾶτα τους, δέν ἔκαναν κανένα ἀγῶνα νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά πάθη καί αὐτά τούς ἀκολουθοῦν καί φθάνουν μέχρι τόν θάνατο ἔτσι. Καί ἀπό ἐκεῖ σάν ἐπικαρπία τῆς ἁμαρτίας θά δώσουν σκληρό λόγο καί ἀπολογία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ὁρισμένοι οἱ ὁποῖοι δέν γνωρίζουν αὐτήν τήν τέχνη τῶν τεχνῶν καί τήν ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀγῶνος, λένε: «Μά, δέν ἔκανα πρᾶξι τούς λογισμούς. Μόνο στήν φαντασία τούς εἶχα· δέν ἔκανα τίποτε κακό!» Ναί, ἀλλά ὅμως τό κακό δέν ξεκινάει ἀπό μόνο του, δηλαδή τό σῶμα δέν φτάνει στήν ἁμαρτία, ἐάν δέν ἔχη ὑποχωρήσει κατά πρῶτον ὁ νοῦς στήν φαντασία, ἀπό ὅπου ἀρχίζει τό ὀλίσθημα τῆς ψυχῆς καί ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου μολύνεται.  
Βέβαια τήν στιγμή πού εἴμεθα ἐμπαθεῖς, ἡ προσβολή τῶν κακῶν λογισμῶν δέν ἀποκλείεται, διότι αὐτό εἶναι κάτι πολύ φυσικό νά συμβῆ. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει πτῶσι. Ἡ πτῶσις θά προξενηθῆ, ὅταν ἀνοίξουμε θύρα καί ἐπιτρέψουμε στούς ἄσχημους λογισμούς, νά μποῦν μέσα στό σπίτι τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. Τότε θά ἔχουμε ἀγῶνα. Κι ἄν δέν τούς διώξουμε, δέν ἀγριέψουμε μαζύ τους καί δέν τούς ἀποβάλουμε ἀμέσως, τότε θά μᾶς καταβάλουν καί θά μᾶς δημιουργήσουν κατάστασι ἁμαρτίας, ἡ ὁποία λέγεται συγκατάθεσις. Ἡ συγκατάθεσις εἶναι πρᾶξις τῆς ψυχῆς. Ὅπως τό σῶμα πράττει κάποια ἁμαρτία, ἔτσι καί ἡ ψυχή μέσῳ τῆς συγκαταθέσεως ἁμαρτάνει. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος μᾶς λέγει στό Ἱερόν Του Εὐαγγέλιον: «Πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρός τό ἐπιθυμῆσαι αὐτήν, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτήν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ.ε΄ 28). Δηλαδή ὁ ἐμβλέψας κάποιο πρόσωπο καί ἐπιθυμήσας αὐτό, ἁμάρτησε μέσα στήν καρδιά του κι ἑπομένως ὑπόκειται εἰς κρίσιν.
Βλέπει κανείς ἕνα πρᾶγμα ἤ ἕνα πρόσωπο καί τοῦ δημιουργεῖται σκανδαλισμός. Ἀμέσως πρέπει νά ἐπιστρατεύση τήν προσοχή του ἤ νά τραβᾶ τά μάτια του ἀπό κεῖ ἤ νά σβήση τήν εἰκόνα ἀπό τήν φαντασία ἀρχίζοντας ἀμέσως τήν προσευχή κι ἔτσι ἐμποδίζει τό κακό στήν ἀρχή. Πότε ἕνα σπίτι εἶναι καθαρό; Ὅταν εὐπρεπίζεται κάθε μέρα, συνεχῶς, ἤ ὅταν ἡ νοικοκυρά τό σκουπίζη μετά ἀπό δέκα ἤ εἴκοσι μέρες; Ὅλοι ξέρουμε ὅτι ὅσο κανείς τό ἐπιμελεῖται, τόσο καί πιό καθαρό διατηρεῖται ἀπό πάσης ἀπόψεως.
Ἔτσι καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἡ καρδιά του, πού εἶναι τό σπίτι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι τό ἱερό θυσιαστήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νά καθαρίζεται συχνά, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός ἐνοικεῖ μέσα σ’ αὐτόν τόν ναό.  «Οὐκ οἴδατε», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος  «ὅτι ναός Θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνοικεῖ ἐν ὑμῖν; Καί ὁ φθείρων τόν ναόν τοῦ Θεοῦ, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός;» (Α΄Κορινθ. γ΄ 16-17). Δηλαδή μέ τό Ἅγιον Βάπτισμα, πού δεχθήκαμε, ἡ καρδιά μας ἔγινε ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μᾶς δόθηκε ἡ ἀ-ναγέννησις τῆς ψυχῆς μας διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἐπιφοίτησε κατά τήν ὥρα ἐκείνη τοῦ Μυστηρίου. Γι’ αὐτό μᾶς χρειάζεται τό Ἱερόν Βάπτισμα.
Αὐτό τό Ἅγιον Πνεῦμα, αὐτή ἡ Χάρις, πού δέχεται τό βρέφος μέσα του, τό καθιστᾶ ἅγιο ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή. Ἀλλά λόγῳ ἡλικίας δέν γνωρίζει τί τοῦ δόθηκε. Καί ὁ διάβολος, ὅπως ἔχει τήν τεχνική του καί τήν πονηριά του, πολύ ἔντεχνα κι ἀθόρυβα προσπαθεῖ μεγαλώνοντας τό παιδί, νά τό σπρώχνη σέ ὁρισμένες ἀπροσεξίες, νά τοῦ δημιουργήση προϋποθέσεις τέτοιες, ὥστε ὅταν φθάση σέ κάποια ἡλικία μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἡ ἐπισσώρευσις τῶν ἁμαρτημάτων νά ἔχη προξενήσει  ἄσχημη κατάστασι μέσα του. Καί ὅλα αὐτά τά σκουπίδια τῆς ἁμαρτίας σκεπάζουν, παραχώνουν τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τό Ἅγιον Πνεῦμα δέν φωτίζει πλέον τόν νοῦ. Κι ἔτσι στήν συνέχεια ὁ ἄνθρωπος βαδίζει σκοτισμένος.
Ὅταν ὅμως φυσήξη ὁ ἄνεμος τοῦ Θεοῦ, ἡ μετάνοια, ἡ ἐπιστροφή, ἡ ἐξομολόγησις, τότε ὅσα ἐπεσσώρευσε ἡ ἁμαρτία σβήνονται, ἡ καρδιά ἀπαλλάσσεται ἀπό αὐτόν τόν ὄγκο, οἱ λαμπηδόνες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνεβαίνουν στόν νοῦ καί ὁ ἄνθρωπος ἐπανέρχεται στόν θεῖο φωτισμό. Κι ὅπως ἡ μέλισσα γυρνάει ὅλα τά λουλούδια καί δέν πάει σέ ὅλα, ἀλλά κάποια τά παρέρχεται· καί πηγαίνει καί κάθεται σέ κεῖνα πού ἔχουν χυμό μέλιτος, ἔτσι καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι διάχυτο παντοῦ. Καί ὅποια καρδιά εἶναι ἕτοιμη, καθαρή καί δεκτική, ὤπ! σέ αὐτήν ἐπαναπαύεται, ἐπιφοιτᾶ καί τῆς δίνει χαρά, τῆς δίνει ἀγαλλίασι, τῆς δίνει φτερά γιά τόν οὐρανό, τήν ἑνώνει μέ τόν Θεό. Καί ἡ ψυχή αὐτή βρίσκεται συνεχῶς σέ ἐπικοινωνία πνευματική καί ἔτσι ἁγιάζεται.
Στόν κόσμο οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν νά καταλάβουν ἀκριβῶς πόσο σπουδαία εἶναι αὐτή ἡ ἐργασία τῆς νήψεως. Δέν γνωρίζουν ὅτι διά τῆς ἐργασίας αὐτῆς σύντομα καί εὔκολα προχωροῦν στήν ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη καί στήν κάθαρσι τῆς ψυχῆς. Βέβαια μέσα στόν κόσμο μποροῦμε νά ἐργασθοῦμε τήν προσευχή κατά ἕνα ποσοστό. Ἐκεῖνο ὅμως πού θά μᾶς βοηθήση ἀρκετά καί θά μᾶς δώση τήν δυνατότητα νά προχωρήσουμε, εἶναι τό νά ἐμπιστευθοῦμε στόν Θεό ὁποιαδήποτε ὑπόθεσι καί νά τήν ἐναποθέτουμε μέ πλήρη ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοιά Του. Δηλαδή νά μή μᾶς αἰχμαλωτίζουν τόν νοῦ οἱ ὑποθέσεις καί ἀγωνιοῦμε τί θά γίνη ἐδῶ, τί θά γίνη ἐκεῖ. Ὅλη αὐτή ἡ μέριμνα ἀπασχολεῖ τόν νοῦ καί δέν τοῦ ἐπιτρέπει νά ἀσχοληθῆ μέ τήν προσευχή. Νά σκεπτώμεθα: «Θά βοηθήση ὁ Θεός, δέν θά μέ ἀφήση, θά μέ ἀπαλλάξη καί δέν θά πάθω κακό». Κι ὅταν ἀπαλλάσσουμε τόν νοῦ μας ἀπό τίς ὑποθέσεις, νά ἐξοικονομοῦμε λίγο χρόνο ἀπό τίς δουλειές μας γιά προσευχή κατ’ ἰδίαν. Νά ἡσυχάζουμε μισή ὥρα, μία ὥρα μέ τήν προσευχή καί τήν μελέτη. Κι ὅσο κανείς ἡσυχάζει, τόσο καί πλησιάζει τόν Θεό.
«Σχολάσατε καί γνῶτε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός». Αὐτό τό «σχολάσατε» σημαίνει τήν ἡσυχία ἀπό τήν μέριμνα τοῦ βίου, ὅσο γίνεται. Διότι οἱ πολλές μέριμνες κάνουν ὅ,τι καί ἡ φυματίωσις. Ἡ φυματίωσις σιγά-σιγά φθείρει τόν ἄνθρωπο καί τόν ὁδηγεῖ στόν θάνατο. Ἔτσι καί ἡ πολλή μέριμνα τοῦ βίου φθείρει σιγά-σιγά τόν ἄνθρωπο καί φθάνει στόν θάνατο ἐντελῶς ἄρρωστος ψυχικά.
Αὐτά βέβαια εἶναι πολύ γνωστά στούς ἀσκητικούς πατέρας, γιατί κανένας ἀσκητής δέν ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο γιά τήν ἔρημο καθαρός. Δέν κατέβηκαν άπό τόν οὐρανό. Ὅλοι ἀπό τόν κόσμο ἔφυγαν γεμᾶτοι ἀπό πάθη καί ἀδυναμίες καί πῆγαν στήν ἔρημο νά ἀσκητεύσουν. Μέ τήν βοήθεια ὅμως τῆς ἡσυχίας, τῆς προσευχῆς καί τῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό σιγά-σιγά ἀπαλλάχθηκαν ἀπό τήν ἐμπάθεια, πού ἔφεραν ἀπό τόν κόσμο καί ἦλθαν σέ στενή ἐπαφή μαζί Του. Καί στενή ἐπαφή δέν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρά ὅτι ἐγνώρισαν ἐν μυστηρίῳ τόν Θεό. Γι’αὐτό, μέ τό ἄκουσμα τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ ἔτρεχαν τά μάτια τους δάκρυα, δάκρυα ἀγάπης. Ὅπως ὅταν ἕνας κοσμικός ἁμαρτωλός, ἀκούγοντας τό ὄνομα ἑνός προσώπου, πού τοῦ εἶναι πολύ ἀγαπητό, ἀλλοιώνεται ἐμπαθῶς μέσα του, σκεφθεῖτε πόσο περισσότερο οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, πού Τόν ἀγάπησαν σέ μεγάλο βαθμό, σέ τί πέλαγος εὐτυχίας καί θείου ἔρωτος εἰσέρχονται μέ τό ἄκουσμα καί τήν μνημόνευσι τοῦ Θείου Ὀνόματος.
Ἔχουμε τήν Ἁγία Εἰρήνη τήν Χρυσοβαλάντου, ἡ ὁποία παρά τό ὅτι ἦτο γυναίκα καί ἡ φύσις της  ἦταν πιό ἀδύνατη ἐν σχέσει μέ τήν ἀνδρική, ἔφθασε στό σημεῖο νά περάση πολλούς ἀσκητάς στήν πνευματική πρόοδο. Αὐτή ἡ Ἁγία μέ τήν ἄσκησι ἁγνίστηκε ψυχοσωματικά καί ὅταν σήκωνε τά χέρια της στήν προσευχή ὅλη τήν νύχτα ἦταν ἐκτός ἑαυτῆς. Ποῦ βρισκόταν; Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἔπαιρνε τόν νοῦ καί τήν καρδιά της καί τά ἕνωνε μέ τόν Θεό. Καί κατά τήν ἕνωσι αὐτή ἀντλοῦσε θεῖες χάριτες. Γι’αὐτό καί δέν κουραζόταν καθόλου. Κλεισμένη μέσα στό κελλί της ὅλη τήν νύχτα δέν φιλοσοφοῦσε, δέν διάβαζε, δέν ἔκανε τίποτε ἄλλο, παρά προσευχόταν.
Κάποια μέρα, ἐκεῖ πού ἦταν ὅλη δοσμένη στήν προσευχή καί στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ μέ τά χέρια ψηλά σηκωμένα καί ἔνοιωθε ὅτι δέν ὑπάρχει γύρω της τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τόν Θεό, ὁ διάβολος, πού τήν φθονοῦσε πολύ, τήν ἔβαλε φωτιά νά τήν κάψη. Μία μοναχή, πού τό ἀντιλήφθηκε, πρόλαβε καί ἔσβησε τήν φωτιά. Κατά τό σβήσιμο ὅμως τῆς φωτιᾶς τήν κούνησε, τήν τάραξε καί ἦλθε στόν ἑαυτό της. Τότε τῆς εἶπε: «Παιδί μου, πολύ μεγάλο κακό μοῦ προξένησες! Διότι μέ τό νά θέλης νά μέ γλυτώσης ἀπό τήν φωτιά, μοῦ στέρησες τό στεφάνι, πού ἐκείνη τήν στιγμή ὁ ἄγγελος ἔφερνε νά μοῦ βάλη στό κεφάλι μου!» Σκεφθεῖτε πόσες ὀπτασίες ἀγγέλων, πόσες ἁρπαγές τοῦ νοός στόν ἄλλο κόσμο δέχθηκε κατά τήν ἐπικοινωνία της μέ τόν Θεό, ὥστε νά φθάση στό σημεῖο νά ἀξιώνεται νά στεφανωθῆ ἀπό θεῖον ἄγγελο!
Ἄρα, ὅταν ἡσυχάζουμε, ὅταν παραμερίζουμε ὡρισμένες ὄχι ἄμεσες ὑποθέσεις, ὅταν κλεινόμαστε στό κελλί μας καί δίνουμε τόν ἑαυτό μας στήν προσευχή, ἀνάλογα μέ τό πόσο ταπεινή προσευχή θά κάνουμε, θά δεχθοῦμε καί ἀνάλογη θεία Χάρι. Ἔχουμε τόσες ὑποθέσεις, τόσες στενοχώριες, τόσους πειρασμούς. Δέν μᾶς ἐμποδίζει τίποτε νά παραμερίσουμε γιά λίγα λεπτά καί νά σηκώσουμε τά χέρια μας στόν Θεό. Εἶναι ἀδύνατον νά μή πάρουμε πληροφορία. Ὁ Θεός ἀγαπάει πάρα πολύ τήν προσευχή ἑνός μικροῦ παιδιοῦ. Μέ τήν ἁπλότητα καί τήν ἀκακία, πού ἕνα μικρό παιδί μιλάει στήν μητέρα του καί τῆς ζητάει ὡρισμένα πράγματα, μέ αὐτόν τόν τρόπο προσευχῆς μποροῦμε κι ἐμεῖς νά γίνουμε ἀρεστοί στόν Θεό. Διότι ἐάν δέν γίνουμε σάν τά μικρά παιδιά,  ὄχι στήν ἀνωριμότητα, ἀλλά στήν ἀκακία δέν θά μπορέσουμε νά εἰσέλθουμε στήν Βασιλεία Του. Ὅ,τι κι ἄν κάνης σ’ ἕνα παιδάκι, μετά ἀπό λίγες στιγμές μπορεῖ νά σέ ἀγκαλιάση, νά σέ φιλήση, μπορεῖ νά σοῦ δείξη τό χαμόγελο τῆς ἀκακίας, τό μάτι τό ἁγνό. Ἔτσι πρέπει νά εἶναι καί ὁ χριστιανός, γιά νά μπορέση νά γνωρίση τόν Θεό μέ τήν ἀγάπη Του. Αὐτό τό πρᾶγμα κατορθώνει ἡ προσευχή. Διότι ὅταν προσεύχεται κανείς καί δέχεται τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα του, σέ περίπτωσι πειρασμοῦ ἀντιμετωπίζει τόν συνάνθρωπό του μέ ἀκακία.
Πολλές φορές νοιώθουμε κακία καί ἐμπάθεια, ἔ-χουμε λογισμούς καί δέν μποροῦμε νά κοιτάξουμε τόν ἄλλο. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν εἴμεθα ἐν προσευχῇ. Ἄν ἐξετάσουμε τόν ἑαυτό μας σέ κάθε πτῶσι μας, θά δοῦμε ὅτι μᾶς συνέβη, διότι πρό τῆς πτώσεως δέν εἴμασταν σέ προσευχή. Γιατί ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀρνήθηκε τόν Χριστό τρεῖς φορές; Τόν ἀρνήθηκε, γιατί δέν βρισκόταν σέ προσευχή. Γι’αὐτό λέγει ὁ Κύριος: «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Μαρκ. ιδ΄38). Λοιπόν τό στήριγμα τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ προσευχή. Ἡ προσευχή ξεκαθαρίζει τά πράγματα καί ἔτσι μποροῦμε νά βαδίσουμε ἄνετα στόν δρόμο μας. Ἀντίθετα, ὅταν δέν προσεύχεται κανείς, εἶναι σάν νά ἔχη μπροστά του πολλά ἐμπόδια· μπλέκεται, πέφτει, χτυπάει, τραυματίζεται καί σκοτώνεται.
Οἱ νηπτικοί πατέρες μᾶς παρέδωσαν αὐτήν τήν μικρούλα, ἀλλά τόσο δυνατή προσευχή, γιά νά τήν ἐργασθοῦμε. Μόλις ξυπνήσουμε κι ἀνοίξουν τά μάτια μας, μόλις ξεκινήσουμε γιά τήν δουλειά μας, γιά τό σχολεῖο μας, γιά τήν Ἐκκλησία μας, γιά ὁπουδήποτε, τό στόμα νά ἀρχίση νά λέγη τήν εὐχή· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Αὐτή ἡ προφορική ἐπίκλησις μέ τό στόμα σιγά-σιγά θά φέρη τήν διανοητική προσευχή. Τό στόμα θά δώση στό νοῦ τήν προσευχή καί μετά δέν θά χρειάζεται αὐτό νά προσεύχεται ἔτσι. Εἴτε περπατοῦμε, εἴτε ἐργαζόμεθα, εἴτε τρῶμε εἴτε πίνουμε, μέ τόν νοῦ μας νά προσευχώμεθα. Κι ὅταν ὁ νοῦς τήν κατα-λάβη τήν προσευχή, τήν κάνη κτῆμα του καί τήν ἐργάζεται ἄνετα μέσα του, κατόπιν θά τήν τραβήξη, θά τήν ἀπορροφήση, θά τήν ἑλκύση καί ἡ καρδιά. Κι ὅταν ἡ καρδιά τήν κατακτήση, τότε αὐτός ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει μέ αἴσθησι ψυχῆς τί σημαίνει τό· «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ἡμῶν ἐστι»(Λουκᾶ ιζ΄, 21).
Δέν χρειάζονται θεολογικές προσευχές. Αὐτή ἡ μικρή προσευχούλα, πού εἶναι παντοδύναμη, ἔχει μέσα της ἀνακαινιστική δύναμι, πού μπορεῖ νά ἀνατρέψη, νά ἀποκλείση καί νά παραμερίση τόν διάβολο καί ὅλα τά ἐμπόδια. Ἔχουμε τό παράδειγμα τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖ-ος μέ μία ἁπλῆ σφενδόνα, μέ μία πέτρα ξάπλωσε κάτω τόν Γολιάθ, ὁ ὁποῖος ἦταν κατά πάντα πάνοπλος καί σιδηροφραγμένος. Οὕτω πως καί τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας ἐξαπολύεται σάν θεία σφενδόνα ἐναντίον τῶν κακῶν λογισμῶν, πού μᾶς προσβάλλουν συνεχῶς ὅλους μας, γιά νά μᾶς καθαρίση καί νά φέρη ὁλόκληρο τόν Θεό μέσα στήν καρδιά μας. Ἐνθρονίζεται ὁλόκληρος ὁ Χριστός μέσα στήν καρδιά. Καί τότε δέν ὑπάρχειδεμία ἀνησυχία μέσα στόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο, γιατί βασιλεύει ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι πρόγευσις τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, εἶναι ἀρραβώνας τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Βέβαια αὐτή ἡ εἰρήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς, δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τήν εἰρήνη πού ἔχουμε, ὅταν δέν ἔχουμε λογισμούς ἤ δέν ἔχουμε κά-ποιο πάθος νά μᾶς ἀνησυχῆ. Αὐτή εἶναι κάτι ἄλλο. Εἶναι χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τό νά φθάση ὁ ἄνθρωπος σ’αὐτό τό σημεῖο, νά γίνη κτῆμα τῆς καρδιᾶς του ἡ νοερἀ προσευχή, δέν εἶναι κατόρθωμα μιᾶς ἡμέρας ἤ ἑνός χρόνου. Ἀπαιτεῖ προσπάθεια πολλῶν χρόνων. Ἐκεῖνος ὅμως πού θά φθάση σ’ αὐτήν τήν κατάστασι τῆς καρδιᾶς, εἶναι ὁ πιό εὐτυχής ἄνθρωπος ἐπάνω στήν γῆ. Καί λέγουν οἱ πατέρες ὅτι ἀπό γενεά σέ γενεά ἀναφαίνεται κι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς.
Αὐτά βέβαια εἶναι πράγματα, τά ὁποῖα ἔχουν σχέσι μέ τούς ἀνθρώπους, πού ζοῦν μακράν τοῦ κόσμου, ότι μέσα στόν κόσμο δέν εἶναι τόσο εὔκολο νά δοθῆ ἡ κατάστασις αὐτή, ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν οἱ δυνατότητες καί οἱ προϋποθέσεις. Ὡστόσο ὅμως ὁ χριστιανός μπορεῖ καί μέσα στόν κόσμο νά ἀγωνισθῆ. Κι ἄν δέν ἐπιτύχη τά ἑκατό, μπορεῖ νά ἐπιτύχη τά τριάκοντα, πρᾶγμα πού δέν εἶναι λίγο γιά κάποιον, πού ζῆ μέσα στόν θόρυβο τοῦ κόσμου.
Γι’αὐτό ἄς μήν ἀπελπιζώμεθα· ἄς προχωρήσουμε στά τριάκοντα καί θά εἴμεθα καί πάλιν εὐτυχεῖς. Ὑπάρχουν ἄνδρες καί γυναῖκες, νέοι καί νέες, πού ἀγωνίζονται μέσα στόν κόσμο μέ τήν προσευχή αὐτή κι ἔ-χουν κατορθώσει πολλά. Θαυμάζεις πολλές φορές ὅ-ταν μπαίνης σ’ ἕνα σπίτι καί βλέπης μία χριστιανή νά ἐργάζεται καί νά λέη συνεχῶς τό· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Καί σκέπτεσαι· πόσους ἄλλους βάζει κά-τω αὐτή ἡ γυναίκα! Κι ἄλλες ἐργάζονται ἔτσι. Ὅμως στήν δουλειά τους τραγουδοῦν, ἀκοῦνε τραγούδια, σκέ-πτονται ἄλλα πράγματα ἁμαρτωλά κ.λ.π. Πόση εἶναι ἡ διαφορά αὐτῆς τῆς χριστιανῆς ἀπό τίς ἄλλες γυναῖκες!
Ὅταν ἐπισκέφθηκε ὁ ἀποσταλείς ἀπό τόν Θεό ἄγγελος, ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, τήν Παναγία μας, γιά νά εὐαγγελισθῆ τήν σύλληψι τοῦ Χριστοῦ, τήν βρῆκε μέ τό βιβλίο στά χέρια, μέ τήν Ἁγία Γραφή. Ἄραγε σήμερα ὁ φύλακας ἄγγελος τῆς ψυχῆς μας, ἐμᾶς μᾶς βλέπει νά κρατοῦμε τό βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, νά μελετοῦμε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ ἤ μᾶς βλέπει νά διαβάζουμε κάτι ἄλλο, κάτι πού θά εἶναι πολύ βλαβερό!
Ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι ὅτι ὁ χρόνος παρέρχεται, τά χρόνια, οἱ μῆνες, οἱ μέρες, οἱ ὧρες, τά λεπτά περνοῦν, τό σχοινί σιγά-σιγά μαζεύεται, μαζεύεται κι ὁ διάβολος κάνει τήν δουλειά του· μᾶς κλέβει τόν πολύτιμο χρόνο προσηλώνοντάς μας στά μάταια πράγματα τοῦ κόσμου καί μᾶς παίρνει τό ἔδαφος κάτω ἀπό τά πόδια μας. Κι ἔρχεται κάποια στιγμή, πού πέφτουμε κάτω καί λέμε: «Μά, πῶς ἔφυγε τό ἔδαφος κάτω ἀπό τά πόδια μου;» Τό ἔδαφος αὐτό πού χάνεται, εἶναι ὁ χρόνος πού φεύγει καί μᾶς ἀπασχολεῖ μέ πράγματα ἄσχετα ἀπό τό «ἑνός ἐστι χρεία».
Οἱ Πατέρες μας μᾶς διδάσκουν ὅτι μέ λίγο κόπο μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά γίνη πνευματικῶς εὐτυχής καί πλούσιος ἀπό τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ νά ἀκολουθή-ση πρακτικῶς τήν μέθοδο τῆς νήψεως. Ἡ ἀδιάλειπτος προσοχή ἐπάνω στούς λογισμούς, τούς εἰσερχομένους καί τούς ἐξερχομένους, ἡ ἀκατάπαυστος προσευχή, ἡ ἀδιάλειπτος μνήμη τοῦ θανάτου, τῆς κρίσεως, τῆς κολάσεως καί τοῦ παραδείσου ἀποτελοῦν τήν νῆψι.
Ὅταν κανείς διά τῆς προσευχῆς ἐπαγρυπνῆ ἐπί τῶν λογισμῶν καί πρωτίστως ἐπί τῶν φαντασιῶν, σέ μικρό διάστημα αἰσθάνεται μεγάλη τήν ὠφέλεια καί κυρίως τήν ἐλάφρωσι ἀπό τούς ἀκαθάρτους καί ἐμπαθεῖς λογισμούς. Καί τότε γίνεται πνευματικῶς εὐτυχής. Ἐάν ὅμως ἀμελῶς καταπιαστῆ μέ τήν καταπολέμησί τους καί ὑποχωρήση ἔστω καί σέ ἕνα λογισμό, παθαίνει πνευματική καθίζησι καί γίνεται ψυχικῶς καί σωματικῶς ἀκάθαρτος. Ἄς προσέχουμε τόν ἑαυτό μας· νά τόν βιάζουμε ὅσο μποροῦμε περισσότερο, νά εὑρισκώμεθα σέ καλή μοῖρα γύρω ἀπό τόν ἀγῶνα τῆς νήψεως. Νά μήν ἀφήνουμε τό νοῦ μας κενό ἀπό θεῖα νοήματα κι ἀπό πνευματική μελέτη, γιατί ὁ διάβολος καιροφυλακτεῖ καί προσπαθεῖ μέ κάθε μέσον καί τρόπο νά προσβάλη τόν νοῦ μας, νά ἀποστάξη ἀκαθάρτους λογισμούς καί νά μᾶς καταστήση σκεύη δικά του.
Ἀντίθετα στήν ἀπουσία τῶν λογισμῶν ἡ ψυχή ἠρεμεῖ, γαληνεύει, βρίσκει τόν ἑαυτό της καί στήν συνέχεια βρίσκει καί βλέπει μέ αἴσθησι τῆς καρδιᾶς τόν Θεό. Δέν εἶναι μικρός ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῶν δαιμόνων. Αὐτοί νύκτα καί μέρα καταστρώνουν σχέδια, δημιουργοῦν παγίδες καί κάνουν μεγάλη προσπάθεια, γιά νά μᾶς ὑποσκελίσουν στήν ἁμαρτία. Ὁ δικός μας ἀγώνας ἔναντι τοῦ ἀγῶνος τῶν δαιμόνων εἶναι μηδαμινός, ἐλάχιστος κι ἄν δέν μᾶς σκεπάση θαυματουργικά ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, χανόμεθα.
   Γι’αὐτό πρέπει νά ξυπνήσουμε, καί πρῶτος ἐγώ βέβαια, καί νά καταλάβουμε, πῶς πρέπει νά ἀγωνισθοῦμε. Ἄς βοηθήσουμε λίγο τόν ἑαυτό μας καί ἄς δώσουμε ἐργασία στόν νοῦ μας μέ τήν προσευχή· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», γιά νά ἁγιαζώμεθα καί νά πλησιάσουμε περισσότερο τόν Θεό. Ἀμήν.


ΕΚΔΟΣΙΣ: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
ΑΓΙΟΝ  ΟΡΟΣ










Δεν υπάρχουν σχόλια

Copyright 2016. All rights reserved.
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού